Σε μια ταβέρνα όλος ο κόσμος μας! Βράδυ Παρασκευής με κατ’ επίφαση φθινόπωρο… Έσταζε χειμώνας βαρύς. Βράδυ Παρασκευής στου «Γιώργου» του Γκόγκου· ταβέρνα με ιστορία λαϊκή και λάμψη αρχοντιάς απέθαντης. Στο βάθος, πλάι στην ξυλόσομπα (ξυλόσομπα κορωμένη 16 Οκτωβρίου, μόνο στο Κάτω Νευροκόπι… άλλοτε) ο Χοντρός και η συμβία του…Έτσι θέλει ακόμα να τον λέμε: Χοντρό, παρά τα κιλά που σπατάλησε και απώλεσε το περιεχόμενο του προσωνυμίου του προσφέροντας ψυχή και αγαθά σε επαιτούντες, ασθενείς κι οδοιπορούντες, ανειλικρινείς πτωχούς και αυθεντικούς πειναλέους…Ο Χοντρός, γερμένος στην καρέκλα με το βλέμμα στο κενό της κουζίνας της κυρα Σπυριδούλας. Και η σύζυγός του, η Σίσσυ, με περισσή έγνοια και αγωνία παρακολουθεί μπάσκετ! Παίζει ο Παναθηναϊκός.«Μην μου μιλάτε», ξεκόβει κάθε κουβέντα «…χάνουμε»! «Τιμωρία» αυτομαστιγώνεται ο Χοντρός και επιστρέφει ράθυμα στα απομεινάρια μιας μοσχαρίσιας μπριζόλας. Ανθρώπινα απωθημένα που σμίγουν με τα πάθη: φαγητό και θέαμα, τέρψη στον ουρανίσκο, αλληλεπίδραση με λαχτάρα για επιτυχία, αποθέωσση λαϊκής διασκέδασης. Η Ελλάδα έχει πάψει προ καιρού να αντιστέκεται στα πάθη της. Ενδίδει! Στα μικρά πάθη: λίγο φαΐ, λίγο κρασί, μπάσκετ, ποδόσφαιρο, κουτσομπολιό και υποθετική επανάσταση. Η ελληνική ταβέρνα προσφέρει σκέπη σε όλα τούτα.424144_1Πλάι στον Χοντρό και στη Σίσσυ, ο Μπάμπης. Όλη μέρα στο υπαίθριο μανάβικο. «Χτες μια κότα ανέβηκε στη λεμονιά. Κατέβα μωρή, της φώναζα μια ώρα, θα σε φάνε οι γάτες. Εκεί έμεινε. Κακό του κεφαλιού της. Εγώ θα την έτρωγα (γελάει και το δόντι του γυαλίζει), ααας τη φάνε οι γάτες…». Μόνος ο Μπάμπης, ξέπνοος από όνειρα και μέλλον· δεν ξέρει από onlyfans και influencers· πράσα ξεριζώνει και ρέβες, ρέβωντας στα αβαθή των χρόνων του… Ακόμα ένα αντίτυπο Ελλάδας που τα φύλλα της κιτρινίζουν.Παραπίσω παρέα οκτώ μεσηλίκων. Άκουσαν τη ζωή να φεύγει πίσω τους και έτρεξαν να κλείσουν την πόρτα μη κι' επιστρέψει… Μπαλωμένες μνήμες, θέατρο ξεθωριασμένων σκιών ανακατωμένο με τζατζίκι και ζυγούρι. Η απόσταση που τους χωρίζει από τη νιότη, που ‘δειχνε άλλα, συνεχώς αυξάνει δραματικά. Έχουν καημούς νεόδμητους: «μααα φαινόταν η Γκιλφόιλ τι σαβούρα ήταν… Δεν φαινόταν;»… «Πέθανε κι ο Καπετάνιος…». «Πετρέλαιο φέτος; Έπιπλα θα κάψουμε…».Η ξινίλα γλυκαίνει με ζεστό μπράουνις; Δεν γλυκαίνει με τίποτα! Τρώγαμε μπράουνις στον «Άδωνι» τότε; Ρε ποιο μπράουνις; Πάστες αμυγδάλου και σεράνο! Και τα χρόνια μπαγιατεύουν σαν τα σουδάκια του προφιτερόλ της νιότης. Όλη η Ελλάδα σε μια ταβέρνα στριμωγμένη. Ο καθείς και το αφήγημά του, φθάνει να βρει ευήκοα ώτα και ξανανιώνει: «Θυμάσαι τότε…» και το «τότε» είναι που πονάει πιο πολύ. Τότε φοιτητής με τη ζωή ριγμένη στο κρεβάτι έτοιμη για όλα, τώρα συνταξιούχος στο κρεβάτι με το ένα πόδι και το άλλο επί μνήματος… Τι μας ενεχείρισε το παρελθόν; Αναμνήσεις στο αντηχείο του νου και μια αφόρητη τσιγαρίλα που έγινε ατμισμός και μια βαριά νοτιά να ταξιδεύει που σιγά σιγά μπατάρει σε χιονόνερο…Κι’ όλοι τούτοι, οι καθημερινοί κι ωραίοι, μνημειώνονται στη συνείδησή τους, αφήνοντας χώρο και χρόνο στους άλλους να αναρριχώνται πατώντας στις πλάτες τους. «Αν ήθελα εγώ…». Τρομάζουν να εκστομίσουν: «αν μπορούσα…». Και δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν! Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα. Τρομάζουν και που το θάμα δεν ήρθε ποτέ ούτε και που θα ‘ρθει πια… «Προσαρμοστικότητα» το λένε αυτοί που έχουν διαβάσει… «Συνθηκολόγηση» το λένε εκείνοι που τα βλέπουν πιο ξεκάθαρα. «Παραίτηση» είναι τελικά!«Φέρε λίγο χαβιάρι αναπόλησης ακόμα. Α, βάλε και δυο σαμπάνιες νοσταλγίας να παγώνουν»… Αφήνουν τα λουκάνικα και τα κοντοσούβλια για τους πλεμπαίους nouveau riche. Άσε και πού να γυρίζεις πίσω σε κρύο σπίτι κι αδειανό; Καλά είναι κι εδώ…Ο Χοντρός αδυνάτισε, αλλά επιμένει να τον λέμε Χοντρό. Η Ελλάδα φθίνει απαλά, αλλά την εκδίδουν αναπτυσσόμενη. Στην Πραγματικότητα; Όλη η Ελλάδα μια ταβέρνα με ξυλόσομπα αναμμένη από τον Οκτώβρη. Αλλάζουν οι καιροί. Οι άνθρωποι ποτέ!