Γιατί ο πόλεμος στο Ιράν μετατρέπεται σε πολιτικό και οικονομικό εφιάλτη για τους συμμάχους των ΗΠΑ
Δεν είναι δικός τους πόλεμος. Όμως εξελίσσεται σε πολιτικό και οικονομικό εφιάλτη για αυτούς🕛 χρόνος ανάγνωσης: 9 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Δεν είναι δικός τους πόλεμος. Όμως εξελίσσεται σε πολιτικό και οικονομικό εφιάλτη για αυτούς.
Οι παγκόσμιοι ηγέτες που αντιτάχθηκαν στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στην οργή του Ντόναλντ Τραμπ για τη μη συμμετοχή τους στη σύγκρουση και σε εκλογικά σώματα που είναι βαθιά αντίθετα με τον πόλεμο και τον Αμερικανό πρόεδρο.
Παγιδευμένοι οι σύμμαχοι
Το δίλημμα όπως αναφέρει το CNN αυτό αλλάζει τη δυναμική μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ηγέτες που κάποτε προσπαθούσαν να κατευνάσουν και να κολακεύσουν τον ισχυρότερο άνθρωπο στον κόσμο, τώρα τολμούν να τον επικρίνουν και επιδιώκουν να κρατήσουν αποστάσεις. Το κάνουν όχι μόνο λόγω αντιπάθειας προς την αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά και εξαιτίας των πιέσεων του πολέμου που απειλούν τα εισοδήματα των πολιτών τους, και συνεπώς τις ίδιες τις κυβερνήσεις και τις καριέρες τους.
Ακόμη και ηγέτες που προσπάθησαν να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του αντιδρούν πλέον στην περιφρόνησή του. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι δήλωσε τη Δευτέρα ότι οι επιθέσεις του Τραμπ κατά του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ ήταν «απαράδεκτες». Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, του οποίου η φιλία με τον Τραμπ κατέρρευσε λόγω του πολέμου, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι είναι «αγανακτισμένος» που οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας εξαιτίας των ενεργειών του Τραμπ.
Οι ηγέτες αντιδρούν σε συνέπειες του πολέμου που δεν μπορούν να ελέγξουν, κάτι που αποτυπώνεται στην προειδοποίηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου την Τρίτη ότι η παγκόσμια οικονομία κατευθύνεται προς ένα «αρνητικό» σενάριο ανάπτυξης μόλις 2,5% φέτος, από 3,4% το 2025.
Οι χώρες που εξαρτώνται από προμήθειες φυσικού αερίου και πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή ενδέχεται να βρεθούν σε χειρότερη θέση. Το ΔΝΤ μείωσε την πρόβλεψη ανάπτυξης για τη Βρετανία στο 0,8% για το 2026, από προηγούμενη εκτίμηση 1,3%. Αυτό θα αποτελούσε καταστροφή για την ήδη πιεσμένη κυβέρνηση του Στάρμερ, που δεν έχει καταφέρει να τηρήσει την υπόσχεσή της για ανάκαμψη της οικονομίας.
Ένας ακόμη βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ, η Ιαπωνία, βρίσκεται επίσης υπό πίεση, καθώς εξαρτάται από την ενέργεια της Μέσης Ανατολής. Το αυξημένο κόστος μεταφοράς ανεβάζει τις τιμές και απειλεί μια περιορισμένη αύξηση μισθών. Η πρωθυπουργός Σανάε Τακαΐτσι δεν περίμενε να αντιμετωπίσει τέτοιες προκλήσεις τόσο σύντομα μετά την ιστορική εκλογική της νίκη τον Φεβρουάριο.
Ακόμη και πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, ο Τραμπ ήταν ιδιαίτερα αντιδημοφιλής σε πολλές συμμαχικές χώρες. Έρευνα του Pew Research πέρυσι έδειξε ότι τα ποσοστά αποδοχής του προέδρου ήταν στο 35% ή χαμηλότερα σε περισσότερες από δώδεκα χώρες. Η αποδοχή του ήταν υψηλότερη από εκείνη του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν μόνο σε λίγες χώρες, όπως το Ισραήλ και η Νιγηρία.
Αυτό το χάσμα δεν αποτελεί απλώς μια προσωρινή ρήξη που θα διαρκέσει μέχρι το τέλος της θητείας Τραμπ. Απειλεί τις συμμαχίες που για δεκαετίες πολλαπλασίαζαν την πολιτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ. Η εχθρική στάση του Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ έχει επίσης αφήσει τις εγγυήσεις συλλογικής άμυνας να φαίνονται αβέβαιες, ακόμη κι αν δεν αποφασίσει να αποσύρει πλήρως τις ΗΠΑ.

Ο Λευκός Οίκος του Τραμπ έχει καταστήσει σαφές μέσω της ρητορικής και των εγγράφων εξωτερικής πολιτικής ότι θεωρεί την εφαρμογή της μονομερούς ισχύος των ΗΠΑ ως τον καλύτερο τρόπο προστασίας των συμφερόντων τους στον 21ο αιώνα. Ο πρόεδρος φαίνεται να αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ όχι ως αμυντική συμμαχία, αλλά ως εργαλείο για την προώθηση της εξωτερικής του πολιτικής — για παράδειγμα, σε έναν πόλεμο επιλογής όπως αυτός στο Ιράν. Δείχνει ελάχιστη ανοχή προς συμμάχους που βασίζονται στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα αλλά αρνούνται να συμμετάσχουν στους πολέμους του.
Ωστόσο, η συμμετοχή στον πόλεμο είναι πολιτικά αδύνατη για πολλούς ηγέτες συμμάχων. Αντιμετωπίζουν εκλογικά σώματα που θεωρούν τον πόλεμο στο Ιράν λανθασμένο, απίθανο να πετύχει και παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Οι απαξιωτικές δηλώσεις του Τραμπ για τις βαριές απώλειες των συμμάχων στους πολέμους μετά την 11η Σεπτεμβρίου ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την αρνητική στάση των ψηφοφόρων απέναντί του.
Εσωτερική πολιτική απειλή
Οι προβλέψεις του ΔΝΤ κατέστησαν σαφές ότι η σύγκρουση με το Ιράν δεν είναι μια μακρινή κρίση εξωτερικής πολιτικής για τις συμμαχικές κυβερνήσεις. Έχει μετατραπεί σε εσωτερική πολιτική απειλή. Αυτό, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ένταση μεταξύ των ηγετών των συμμάχων και του Αμερικανού προέδρου, σημαίνει ότι η στήριξή του αποτελεί πλέον πολιτικό βάρος.
Η Μελόνι ηγείται ενός λαϊκιστικού, δεξιού κόμματος και είναι από τους Ευρωπαίους ηγέτες που ιδεολογικά βρίσκονται πιο κοντά στον Τραμπ. Είχε τοποθετήσει τον εαυτό της ως γέφυρα μεταξύ του Λευκού Οίκου και των Ευρωπαίων συμμάχων. Όμως η δημοτικότητά της επλήγη από τις αυξήσεις στις τιμές καυσίμων λόγω του πολέμου.
Παράλληλα, η Μελόνι έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο σε μια χώρα με περισσότερους από 40 εκατομμύρια Ρωμαιοκαθολικούς και ειδική σχέση με το Βατικανό. Δεν είχε επομένως πραγματική πολιτική επιλογή παρά να επικρίνει τις επιθέσεις του Τραμπ στον Πάπα. Ωστόσο, αυτή η στάση ίσως κατέστρεψε πάνω από έναν χρόνο δύσκολης διπλωματίας και οικοδόμησης σχέσεων.
«Είμαι σοκαρισμένος μαζί της. Νόμιζα ότι είχε θάρρος. Έκανα λάθος», φέρεται να είπε ο Τραμπ στην ιταλική Corriere della Sera. «Είναι εκείνη που είναι απαράδεκτη, γιατί δεν την ενδιαφέρει αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο και θα μπορούσε να ανατινάξει την Ιταλία σε δύο λεπτά αν είχε την ευκαιρία».
Η Μελόνι μαθαίνει πώς είναι να βρίσκεται στο στόχαστρο των λεκτικών επιθέσεων του Τραμπ. Αυτό είναι ήδη καθημερινότητα για ηγέτες στον Καναδά, όπου η πρόκληση της διαχείρισης του Τραμπ έχει μεταμορφώσει την εγχώρια πολιτική. Χωρίς τον Τραμπ, είναι απίθανο ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ — πρώην κεντρικός τραπεζίτης και πολιτικός «outsider» — να βρισκόταν καν στη θέση του. Η εκλογική του νίκη βασίστηκε σε μια αντι-τραμπική πλατφόρμα, μετά τις επιθέσεις του Τραμπ στην καναδική κυριαρχία.
Τη Δευτέρα, ο Κάρνεϊ ενίσχυσε την εντολή του, μετατρέποντας την κυβέρνηση μειοψηφίας σε κυβέρνηση πλειοψηφίας μετά από δύο νίκες σε επαναληπτικές εκλογές και αποχωρήσεις βουλευτών της αντιπολίτευσης. Σε συνέδριο του Φιλελεύθερου Κόμματος, αναφέρθηκε έμμεσα στις επεκτατικές βλέψεις του Τραμπ: «Ενωμένοι, θα χτίσουμε έναν ισχυρό Καναδά, έναν Καναδά για όλους, έναν Καναδά που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να πάρει».
Ο Κάρνεϊ έχει κάνει μια κρίσιμη επιλογή. Ελπίζει να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ, αλλά η πολιτική του ισχύς βασίζεται σε μια εντολή αντίστασης στον Τραμπ. Βρίσκεται σε καλύτερη θέση από άλλους ηγέτες, αλλά η δημοτικότητά του θα δοκιμαστεί από παράγοντες που δεν ελέγχει πλήρως, όπως οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου, οι αμερικανικοί δασμοί και μια πιθανή σκληρή επαναδιαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών.

Ο Τραμπ θεωρούνταν κάποτε ήρωας για τους Ευρωπαίους λαϊκιστές, που πίστευαν ότι η επανεκλογή του θα ενίσχυε τη δική τους άνοδο. Αυτό όμως άλλαξε στην Ουγγαρία, όπου ο Βίκτορ Όρμπαν ηττήθηκε μετά από 16 χρόνια στην εξουσία, παρά τη στήριξη του Τραμπ, του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς και του κινήματος MAGA.
Η ήττα αυτή πιθανότατα θα επιταχύνει την τάση των Ευρωπαίων λαϊκιστών να αποστασιοποιούνται από το MAGA για πολιτικούς λόγους.
Ο Λευκός Οίκος δεν έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα πολιτικά προβλήματα που δημιουργεί το στυλ του Τραμπ στους συμμάχους. Φαίνεται να αντιμετωπίζει με περιφρόνηση τη σύγχρονη Ευρώπη. Έχει ενσωματώσει στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας τη στήριξη σε λαϊκιστικά κινήματα που επιδιώκουν να ανατρέψουν πιο κεντρώους ηγέτες.
Ο Βανς έχει υποστηρίξει ότι η παραδοσιακή Ευρώπη κινδυνεύει να χαθεί λόγω της μετανάστευσης από κυρίως μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Ο Τραμπ φαίνεται να πιστεύει ότι είναι δημοφιλής στο εξωτερικό και υποστηρίζει ότι η επίδειξη αμερικανικής ισχύος έχει καταστήσει τις ΗΠΑ πιο φοβερές και σεβαστές από ποτέ, το «πιο καυτό» έθνος στον πλανήτη.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, βασικός εκφραστής των εμπορικών πολέμων του Τραμπ, προσπάθησε να υποβαθμίσει τον αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν σε τρίτες χώρες, λέγοντας ότι το ΔΝΤ «μάλλον αντέδρασε υπερβολικά».
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες μπορεί να εκφράζουν πλέον πιο ανοιχτά την κριτική τους προς τον Τραμπ. Όμως έχουν περιορισμένα περιθώρια, καθώς η μεγαλύτερη αδυναμία τους στις σχέσεις με τις ΗΠΑ είναι οι αποδυναμωμένοι στρατοί τους.
Όταν ο Τραμπ παραπονέθηκε ότι οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεν έστειλαν πλοία για να ανοίξουν το Στενό του Ορμούζ, άγγιξε ένα ευαίσθητο σημείο. Δεν είναι μόνο ότι οι ηγέτες δεν έχουν πολιτική στήριξη για κάτι τέτοιο — οι ευρωπαϊκές δυνάμεις πιθανότατα δεν διαθέτουν πλέον και την επιχειρησιακή ικανότητα, μετά από χρόνια περικοπών στις αμυντικές δαπάνες.
Όταν ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, παίζει ένα ισχυρό χαρτί: ένας σοβαρός επανεξοπλισμός στην Ευρώπη θα μπορούσε να καταρρεύσει κυβερνήσεις, λόγω των αντιδημοφιλών περικοπών σε υγεία και κοινωνικές παροχές που θα απαιτούσε.
Έτσι, ενώ οι σύμμαχοι στρέφονται εναντίον του Τραμπ για να διασώσουν πολιτικά τον εαυτό τους, δεν μπορούν να ρισκάρουν μια πλήρη ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και όσο περισσότερο ο πρόεδρος απαιτεί τη συμμετοχή τους σε έναν αντιδημοφιλή πόλεμο, τόσο λιγότερο πολιτικό χώρο έχουν για να τον βοηθήσουν να τον τερματίσει.
Διασωληνωμένος στη ΜΕΘ του Ευαγγελισμού με ανεύρυσμα ο Γιώργος Μυλωνάκης
Γιατί ο πόλεμος στο Ιράν μετατρέπεται σε πολιτικό και οικονομικό εφιάλτη για τους συμμάχους των ΗΠΑ
«Ο Μαραντόνα δολοφονήθηκε» - Το δριμύ κατηγορώ του Εισαγγελέα προς την ιατρική ομάδα
Ποινή φυλάκισης 438 ετών σε τέρας που βίαζε παιδιά για 13 χρόνια
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr




