ALL About History Illustration

Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας: Ζωή γεμάτη ερωτικά σκάνδαλα, ίντριγκες και μυστικά

Τελευταία Ενημέρωση
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Η εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης θεωρείται ο Χρυσός Αιώνας της Ρωσίας, αλλά η βασιλεία της ήταν γεμάτη σκάνδαλα, ίντριγκες και μυστικά

Έχει περάσει στην ιστορία ως «Μεγάλη Αικατερίνη» χάρη στην αφοσίωσή της απέναντι στη χώρα που την υιοθέτησε. Μια από τους μεγαλύτερους ηγέτες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η Αικατερίνη επέβλεψε μια άνευ προηγουμένου επέκταση, μια σειρά στρατιωτικών επιτυχιών και την έλευση του Ρωσικού Διαφωτισμού. Η εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης θεωρείται ο Χρυσός Αιώνας της Ρωσίας, αλλά η βασιλεία της ήταν γεμάτη πικάντικα σκάνδαλα, ίντριγκες και κρυμμένες αλήθειες που κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν για να σπιλώσουν την παρακαταθήκη της. Τι συνέβη όμως πραγματικά στη διάρκεια της βασιλείας της;

Η Αικατερίνη γεννήθηκε το 1729 ως πριγκίπισσα Σοφία του Άνχαλτ-Ζερμπστ από φτωχή γερμανική οικογένεια βασιλικής καταγωγής. Οι προοπτικές της ήταν μάλλον δυσοίωνες μέχρι που η Ελισάβετ, η αυτοκράτειρα της Ρωσίας, έγραψε στη μητέρα της Σοφίας προτείνοντας να την παντρέψει με τον ανιψιό και διάδοχό της, Μέγα Δούκα Πέτρο του Χόλσταϊν. Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και η Σοφία αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την τύχη της μαθαίνοντας άπταιστα ρωσικά, κάτι που εντυπωσίασε την Ελισάβετ. Ήταν ιδανική για τον ρωσικό θρόνο. Απεναντίας, ο γαμπρός ήταν μια άθλια επιλογή για αυτοκράτορας. Ο Πέτρος είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στη Γερμανία και σε ηλικία 14 ετών τον έφεραν στη Ρωσία και τη μίσησε. Αρνήθηκε να προσηλυτιστεί στη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία – αντίθετα με τη Σοφία, η οποία προσηλυτίστηκε το 1744 υιοθετώντας το όνομα Αικατερίνη. Ένα χρόνο αργότερα το ζεύγος παντρεύτηκε στην Αγία Πετρούπολη. Γράφοντας για τον γάμο στα απομνημονεύματά της, η Αικατερίνη δήλωσε ότι η καρδιά της περίμενε ελάχιστη ευτυχία και ότι τον υπέμεινε μόνο από φιλοδοξία.

Η Αικατερίνη πίστευε ότι την περίμεναν μεγαλεία, αλλά ο σύζυγός της αποδείχτηκε ένας αλκοολικός που έπαιζε με στρατιωτάκια όπως τα παιδιά. Απεχθάνονταν ο ένας τον άλλο και για πολλά χρόνια ο γάμος τους παρέμεινε ανολοκλήρωτος. Όμως η Αικατερίνη δεν σκόπευε να χαραμίσει τη ζωή της και αποφάσισε ότι θα γινόταν από μόνη της η κυρίαρχη αυτοκράτειρα της Ρωσίας. Απομονωμένη και ανέραστη, η Αικατερίνη είχε αρχίσει να απελπίζεται. Έπειτα από χρόνια γάμου δεν υπήρχε διάδοχος, η Ελισάβετ την πίεζε αφόρητα και η αυλή παρακολουθούσε κάθε της κίνηση. Άρχισε μια σειρά από ερωτικές σχέσεις, πρώτα με τον Σεργκέι Σάλτικοφ, έναν άσωτο αλλά όμορφο αυλικό, μια σχέση που ενθάρρυνε η Ελισάβετ ελπίζοντας να καταλήξει σε εγκυμοσύνη. Τελικά, το 1754 η Αικατερίνη γέννησε τον Παύλο, τον πολυαναμενόμενο διάδοχο. Η πατρότητα συζητιέται μέχρι σήμερα αλλά στα απομνημονεύματά της η Αικατερίνη υπαινίχθηκε ότι το παιδί ήταν του Σάλτικοφ, αν και μπορεί να το έκανε από κακεντρέχεια απέναντι στον Πέτρο. Ωστόσο πέτυχε τον σκοπό της και σταθεροποίησε τη θέση της στην αυλή ως μητέρα του μελλοντικού αυτοκράτορα. Ωστόσο, η Αικατερίνη σπανίως έβλεπε τον γιο της επειδή η Ελισάβετ τον απομάκρυνε για να τον μεγαλώσει εκείνη.

Η Αικατερίνη ήταν συντετριμμένη και η σχέση της με τον Σάλτικοφ τελείωσε όταν κι εκείνος στάλθηκε μακριά. Στο μεταξύ, η παιδαριώδης συμπεριφορά του Πέτρου προκαλούσε ανησυχία στους γύρω του. Η σύζυγός του είχε εκπληρώσει το καθήκον της και δεν ανεχόταν να βλέπει τη Ρωσία να καταρρέει στα ανίκανα χέρια του επειδή εκείνος είχε αποτύχει να εκπληρώσει το δικό του. Έτσι άρχισε να σχεδιάζει την πτώση του. Η Ελισάβετ πέθανε το 1761 και ο Πέτρος έγινε Πέτρος Γ΄. Η Αικατερίνη ήταν πλέον αυτοκρατορική σύζυγος αλλά αυτό δεν της αρκούσε – ήθελε την απόλυτη εξουσία. Η υποστήριξη απέναντί της ενισχύθηκε μετά την παιδιάστικη συμπεριφορά του Πέτρου στην κηδεία της Ελισάβετ, όταν επινόησε ένα παιχνίδι για να ξαλαφρώσει την πλήξη του. Η Αικατερίνη το εκμεταλλεύτηκε και θρήνησε ανοιχτά τη νεκρή αυτοκράτειρα κερδίζοντας έτσι πολλούς θαυμαστές. Η συμπεριφορά του Πέτρου ήταν απαράδεκτη. Απέφυγε τη στέψη του και αποσύρθηκε από τον Επταετή Πόλεμο – παρά το γεγονός ότι η Ρωσία νικούσε – και επέστρεψε στην Πρωσία όλα τα κατακτημένα εδάφη. Οι ενέργειές του ήταν προσβολή για τους νεκρούς και τους τραυματίες της σύγκρουσης και τον αποξένωσαν από τον στρατό.

Η περιφρόνηση του Πέτρου απέναντι στην Εκκλησία και η επιθυμία του να πολεμήσει εναντίον της Δανίας, της παλιάς συμμάχου της Ρωσίας, ενίσχυσε την απέχθεια απέναντί του. Καμάρωνε για την ερωμένη του Ελισαβέτα Βορόντσοβα και εκδήλωνε την επιθυμία να διαζευχθεί την Αικατερίνη και να αποκληρώσει τον γιο τους.
Τον Απρίλιο του 1762 η κατάσταση είχε φτάσει πλέον στο απροχώρητο. Ο Πέτρος ταπείνωσε δημόσια την Αικατερίνη όταν την χαρακτήρισε ανόητη σε ένα κρατικό γεύμα και εκείνη έβαλε τα κλάματα. Την ίδια νύχτα κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο αυτοκράτορας είχε θυμώσει πάνω στο μεθύσι και είχε διατάξει τη σύλληψη της συζύγου του. Ευτυχώς όμως ο πρίγκιπας Γκέοργκ Λούντβιχ του Χόλσταϊν, ο θείος της Αικατερίνης, κατάφερε να τον αποστρέψει από μια τέτοια παρορμητική ενέργεια. Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και η Αικατερίνη κατάλαβε πλέον ότι εκείνη και ο γιος της διέτρεχαν σοβαρό κίνδυνο. Η αυτοκράτειρα ήξερε ότι για να πετύχει το πραξικόπημά της χρειαζόταν στο πλευρό της κάποιον με επιρροή και δύναμη. Συνδέθηκε ερωτικά με τον Γκριγκόρι Ορλόφ, ένα υπολοχαγό των Φρουρών του Ισμαϊλόφσκι που είχε τραβήξει την προσοχή της τον προηγούμενο χρόνο. Η Αικατερίνη είχε επιλέξει τον νέο της εραστή με σύνεση. Μαζί με τον Αλεξέι, τον αδελφό και συνάδελφό του στους Φρουρούς, είχε την πολιτική επιρροή που εκείνη χρειαζόταν για να πάρει με το μέρος της την αυτοκρατορική φρουρά. Πέρα από τα πολιτικά οφέλη, το ζευγάρι ήταν πολύ ερωτευμένο και ο Ορλόφ ήταν αποφασισμένος να δει την αγαπημένη του στον ρωσικό θρόνο.

Υπήρχε όμως κάτι που εμπόδισε την Αικατερίνη να καταλάβει την εξουσία: έμεινε έγκυος στο παιδί του Ορλόφ. Προηγουμένως η Αικατερίνη και ο Πέτρος σπανίως κοιμόντουσαν μαζί και επομένως θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι εκείνος ήταν ο πατέρας, όσο απίθανο κι αν φαινόταν αυτό. Επειδή όμως η επικοινωνία μεταξύ τους στην ουσία είχε διακοπεί, δεν μπορούσε να αρνηθεί την παράνομη σχέση της. Κανείς δεν έπρεπε να αποκαλύψει την αλήθεια επειδή η Αικατερίνη μπορεί να έχανε τους υποστηρικτές της. Κατάφερε να κρύψει την εγκυμοσύνη της φορώντας πολύ φαρδιά φορέματα για μήνες, ξεγελώντας τους πάντες γύρω της. Τον Απρίλιο του 1762 γέννησε κρυφά ένα αγοράκι που μεγάλωσε μακριά από την αυλή. Σύντομα ο Πέτρος αναχώρησε για το Οράνιενμπαουμ για να πολεμήσει εναντίον της Δανίας, ενώ η Αικατερίνη παρέμεινε στο κοντινό παλάτι του Μονπλεζίρ. Οι υποστηρικτές της προετοιμάστηκαν, ανάμεσά τους οι αδελφοί Ορλόφ, αρκετά μέλη της φρουράς και η πριγκίπισσα Ντάσκοβα, αδελφή της Ελισαβέτας. Την υποστήριξε ακόμα και ο Νικίτα Πάνιν, ο πολιτικός που η Ελισάβετ είχε διορίσει επίτροπο του Παύλου. Επειδή ο Πάνιν είχε τον κληρονόμο της υπό τον έλεγχό του, η υποστήριξή του ήταν απολύτως αναγκαία για την αυτοκράτειρα αν ήθελε να νομιμοποιηθεί η κατάληψη του θρόνου. Ο Πέτρος αγνόησε τις φήμες για επικείμενο πραξικόπημα αλλά στις 27 Ιουνίου συνελήφθη ένας συνωμότης.

Η Αικατερίνη φοβήθηκε μήπως εκτεθεί και αφού επιβιβάστηκε σε μια άμαξα που την περίμενε φορώντας ελάχιστα ρούχα, αναχώρησε κατευθείαν για την Αγία Πετρούπολη τα ξημερώματα της 28ης Ιουνίου. Πήγε στον στρατώνα των πιστών φρουρών της αφού πρώτα επισκέφθηκε το σύνταγμα Ισμαϊλόφσκι. Ο συνταγματάρχης Κριλ Ραζουμόφσκι ήταν ερωτευμένος για χρόνια με την Αικατερίνη. Δεσμεύτηκαν να την υποστηρίξουν και όσοι αντιστάθηκαν συνελήφθησαν. Η σφετερίστρια πήγε στα Χειμερινά Ανάκτορα και ορκίστηκε ως η νέα αυτοκράτειρα της Ρωσίας υπό τις επευφημίες του συγκεντρωμένου πλήθους. Ο Πέτρος αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης όταν έφτασε στο Μονπλεζίρ και το βρήκε εγκαταλειμμένο, αφού η Αικατερίνη είχε φύγει προ πολλού. Απελπισμένος, ικέτευσε την αποξενωμένη γυναίκα του ελπίζοντας να διαπραγματευτεί τη διαφυγή του με την Ελισαβέτα στο δουκάτο του Χόλσταϊν, τη γενέτειρά του. Η απάντηση ήταν αρνητική. Ο Πέτρος το έριξε στο μεθύσι, ενώ η Αικατερίνη προετοιμάστηκε έξω από τα Χειμερινά Ανάκτορα φορώντας τη στολή ενός φρουρού και ανέβηκε στο άλογό της. Είχε έρθει η στιγμή να συλλάβει τον σύζυγό της.

Η είδηση της σύλληψης του Πέτρου διαδόθηκε και η Αικατερίνη του έστειλε μια επιστολή παραίτησης, την οποία εκείνος αναγκάστηκε να υπογράψει. Μία εβδομάδα αργότερα ο Πέτρος σκοτώθηκε στη Ρόπσα ενώ ήταν κρατούμενος του Αλεξέι Ορλόφ. Η Αικατερίνη περίμενε μια μέρα πριν το ανακοινώσει υποστηρίζοντας ότι ο Πέτρος είχε πεθάνει από «αιμορραγία κολικού». Όταν όμως η σορός του Πέτρου εκτέθηκε, ήταν ματωμένος και μωλωπισμένος με ενδείξεις ότι είχε στραγγαλιστεί ενδεχομένως από τον ίδιο τον Αλεξέι. Όταν ο Αλεξέι έγραψε στην Αικατερίνη για την ασθένεια του Πέτρου, είχε δηλώσει: «Ανησυχώ ότι απόψε μπορεί να πεθάνει αλλά ακόμα περισσότερο ανησυχώ ότι μπορεί να το ξεπεράσει». Η Αικατερίνη άρχισε να ανησυχεί ότι η βασιλεία της είχε ήδη σπιλωθεί επειδή τη θεωρούσαν ύποπτη για βασιλοκτονία. Ήταν άραγε μπλεγμένη στον θάνατο του Πέτρου; Δεν υπήρχαν αποδείξεις αλλά δεν ούτε και αμφιβολία ότι η θέση της ήταν περισσότερο ασφαλής. Η Αικατερίνη ήθελε να κυβερνά αποκλειστικά μόνη της αν και μερικοί από τους συνωμότες, όπως ο Πάνιν και η Ντάσκοβα, περίμεναν να αναλάβει την αντιβασιλεία για λογαριασμό του ανήλικου γιου της. Η Αικατερίνη παρέμεινε αδιάλλακτη και τελικά στέφθηκε αυτοκράτειρα σε μια μεγαλόπρεπη τελετή τον Σεπτέμβριο του 1762.

Το μήνυμα ότι εκείνη είχε τον έλεγχο ήταν σαφές και ηχηρό. Η Αικατερίνη είχε ανακαλύψει το κίνημα του Διαφωτισμού πολύ νέα και οραματιζόταν τον εκσυγχρονισμό της Ρωσίας. Συζητώντας με μερικούς από τους διασημότερους Γάλλους φιλοσόφους της εποχής όπως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό, είχε την ευκαιρία να γίνει η φωτισμένη ηγέτιδα που λαχταρούσε να είναι. Ωστόσο στη Ρωσία επικρατούσε χάος. Με ένα ανεπαρκές διαχειριστικό σύστημα και μια οπισθοδρομική οικονομία, η χώρα παρέπαιε στη σκιά των άλλων παγκόσμιων δυνάμεων. Χρειαζόταν ριζική αναμόρφωση. Η Αικατερίνη ήθελε να βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα, να οικοδομήσει νέες πόλεις, να αναπτύξει τον ρωσικό πολιτισμό και ενδεχομένως να καταργήσει τη δουλοπαροικία. Έγραψε το Νακάζ, γνωστό και ως Μεγάλος Διαφωτισμός, ένα μνημειώδες κείμενο που για την ολοκλήρωσή του χρειάστηκαν δύο χρόνια. Αντλούσε έμπνευση από τις αρχές των φιλοσόφων της Δύσης και διαμόρφωνε την ιδέα της Αικατερίνης για την ιδανική κυβέρνηση. Το παρουσίασε στη Νομοθετική Επιτροπή που συνήλθε το 1767 και την αποτελούσαν 500 μέλη, όλα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.

Επιφανειακά προέβαλε τη σκέψη του Διαφωτισμού ως έναν τρόπο για την αναζωογόνηση της Ρωσίας, αλλά στην πραγματικότητα ενίσχυσε την πεποίθηση της Αικατερίνης στην απολυταρχική μοναρχία. Η Επιτροπή απέτυχε να κάνει οτιδήποτε μέχρι τη διάλυσή της το 1768. Ήταν ένα υποκριτικός τρόπος μέσω του οποίου η Αικατερίνη προσπαθούσε να πλασαριστεί στον κόσμο σαν μια πεφωτισμένη ηγέτιδα ενώ η αλήθεια ήταν πολύ διαφορετική. Το προφανές παράδειγμα ήταν το ζήτημα της δουλοπαροικίας. Κάποια στιγμή η Αικατερίνη ίσως σκέφτηκε συνολικά μια μεταρρύθμιση, ακόμα και την κατάργηση της δουλοπαροικίας στη Ρωσική Αυτοκρατορία, αλλά η οικονομία εξαρτιόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από το εργατικό δυναμικό που ανήκε στην αριστοκρατία και η Αικατερίνη βασιζόταν στη στήριξη των ευγενών. Συνεπώς, πέρα από μια μικρή βελτίωση στα δικαιώματα των δουλοπάροικων, στην ουσία δεν έκανε τίποτα για να βελτιώσει τη θέση τους στη διάρκεια της βασιλείας της. Παρ’ όλα αυτά έφερε σε πέρας μερικούς από τους στόχους της. Είχε δεσμευτεί να βελτιώσει την παιδεία στη Ρωσία ώστε να συμβαδίζει με τη Δύση, και μαζί με τις νέες πόλεις και κωμοπόλεις ίδρυσε ακαδημίες, βιβλιοθήκες και σχολεία σε όλη την αχανή αυτοκρατορία της. Για πρώτη φορά η δωρεάν παιδεία έγινε προσιτή σε όλα τα παιδιά –εκτός από των δουλοπάροικων– και η διδακτέα ύλη παγιώθηκε.

Επιπλέον, η Αικατερίνη υπερασπίστηκε την εκπαίδευση των γυναικών και το 1764 ίδρυσε στην Πετρούπολη το Ινστιτούτο Σμόλνι για νέες αριστοκρατικής καταγωγής, το πρώτο του είδους του. Ήταν ένθερμη προστάτιδα των τεχνών και η προσωπική της συλλογή από έργα τέχνης ήταν η μεγαλύτερη στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Είχε συγκεντρώσει χιλιάδες αριστουργήματα και το 1764 ίδρυσε το Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη, που μέχρι σήμερα παραμένει μουσείο τέχνης και πολιτισμού και από το 1852 είναι ανοιχτό για το κοινό. Εισήγαγε επίσης έργα της δυτικής λογοτεχνίας και ενθάρρυνε την άφιξη ξένων καλλιτεχνών και αρχιτεκτόνων για την πολιτιστική αναβάθμιση της Ρωσίας. Επίσης έστειλε Ρώσους ακαδημαϊκούς στο εξωτερικό για να μάθουν τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνήθειες της Δύσης και να τις μεταλαμπαδεύσουν στην πατρίδα τους. Ως προς τις εξωτερικές υποθέσεις, η Αικατερίνη έκανε τεράστια βήματα σε σύγκριση με τους προκατόχους της. Σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας της απένειμε τίτλους, χρήματα και εξουσία στους πρώην εραστές της. Ωστόσο, υπήρχε ένας για τον οποίο έκανε περισσότερα – ο Στάνισλαβ Πονιατόφσκι. Είχαν σχέση το 1755, όταν εκείνος ήταν ο Πολωνός γραμματέας του Βρετανού προξένου στη Ρωσία, αλλά τη διέκοψαν όταν ο Πονιατόφσκι αναγκάστηκε να φύγει στη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου επειδή η Ρωσία είχε διαρρήξει τις σχέσεις της με την Αγγλία, που ήταν σύμμαχος της Πρωσίας. Εκείνος ήλπιζε σε αναθέρμανση του ειδυλλίου τους αλλά η Αικατερίνη ήξερε ότι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο και του είπε: «Πιθανόν θα μας σκοτώσεις και τους δύο». Όταν όμως το 1763 ο πολωνικός θρόνος έμεινε κενός, η Αικατερίνη τον έταξε στον Πονιατόφσκι.

Ήταν η ιδανική ευκαιρία να επεκτείνει την αυτοκρατορία της και εκείνος εξελέγη το 1764 υπό την απειλή του ρωσικού στρατού και αμέσως προσπάθησε να εφαρμόσει μια σειρά μεταρρυθμίσεων που όμως δεν ήταν στα σχέδια της Αικατερίνης. Χρειαζόταν την Πολωνία σαν ένα αδύναμο προτεκτοράτο και υποτίθεται ότι ο πρώην εραστής της θα ήταν ένα άβουλο υποχείριό της. Όταν το 1768 ξέσπασε επανάσταση στην Πολωνία εν μέρει ως αντίδραση στη ρωσική επιρροή, η Αικατερίνη εισέβαλε δήθεν για να αποκαταστήσει τον έλεγχο. Η κυριαρχία της στην Πολωνία ανησύχησε την Πρωσία, την Αυστρία και ιδιαίτερα την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία είχε υποστεί μια σειρά από ήττες στη διάρκεια του συνεχιζόμενου ρωσοτουρκικού πολέμου που επίσης είχε ξεσπάσει το 1768. Οι απώλειες αυτές μετατόπισαν την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων υπέρ της Ρωσίας προς μεγάλη ικανοποίηση της Αικατερίνης.

Ωστόσο, το ξέσπασμα της βουβωνικής πανώλης στη Μόσχα ανάμεσα το 1770-1772 και οι συνακόλουθες ταραχές την ανάγκασαν να επιδιώξει ανακωχή σαν μια ανάπαυλα. Για να αποκαταστήσουν την ευρωπαϊκή ισχύ, η Ρωσία, η Αυστρία και η Πρωσία συμφώνησαν σαν γείτονες της Πολωνίας να διαμελίσουν μεταξύ τους τη χώρα χωρίς να το συζητήσουν με τον Πολωνό βασιλιά. Έτσι η Αικατερίνη πρόσθεσε στην αυτοκρατορία της περίπου 92.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους– σχεδόν το μέγεθος της σημερινής Πορτογαλίας. Ήταν ο πρώτος από τους τρεις διαμελισμούς της Πολωνίας που οδήγησε στην πτώση του Πονιατόφσκι το 1795, έναν μόλις χρόνο πριν τον θάνατο της Αικατερίνης. Πέρασε τα τελευταία χρόνια του στη Ρωσία επιβιώνοντας με μια σύνταξη που του χορήγησε η αυτοκράτειρα. Μετά τη νίκη της Αικατερίνης επί των Τούρκων κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο το 1774, οι εντάσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μεγάλωσαν. Με τα εδάφη που είχε κερδίσει δημιούργησε μια επαρχία στον νότο της Ρωσίας που έγινε γνωστή ως Νέα Ρωσία (σήμερα κομμάτι της Ουκρανίας). Όταν το 1783 προσάρτησε την Κριμαία, μια πρώην τουρκική περιοχή, ξέσπασε μια δεύτερη σύγκρουση που διήρκεσε από το 1787 έως το 1792. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν ξανά και έτσι η κυριαρχία της Αικατερίνης παγιώθηκε στην Κριμαία. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στρατιωτικά επιτεύγματα της βασιλείας της. Στη διάρκεια της αναστάτωσης με την Πολωνία και του πρώτου πολέμου με την Τουρκία ο Ορλόφ συνέχισε να κυριαρχεί στην αυλή ως εραστής της Αικατερίνης.

Την πρώτη δεκαετία μετά το πραξικόπημα ανταμείφθηκε με γη και τίτλους και χρεώνεται με την καταστολή των ταραχών την περίοδο της πανώλης στη Μόσχα. Η Αικατερίνη σκεφτόταν να τον παντρευτεί αλλά τελικά συνειδητοποίησε ότι μια τέτοια κίνηση ήταν πολύ αμφιλεγόμενη. Παρά την ανησυχία της για την επιρροή του Ορλόφ, εκείνος δεν κινήθηκε ποτέ εναντίον της Αικατερίνης ή της διακυβέρνησής της. Εκείνη ήξερε ότι από πολιτική άποψη ήταν ακατάλληλος για να ασχοληθεί με τέτοια ζητήματα και προτιμούσε να συμβουλεύεται τον Πάνιν. Η σχέση του Ορλόφ με την Αικατερίνη πυροδότησε ίντριγκες και φθόνο σε άλλους, ιδίως στον Πάνιν, που το 1771 συνωμοτούσε για την πτώση του ανταγωνιστή του. Οι σκευωρίες του απέδωσαν όταν η Αικατερίνη πληροφορήθηκε τις διάφορες απιστίες του Ορλόφ. Οργισμένη και πληγωμένη απομάκρυνε από την αυλή τον Ορλόφ, ο οποίος ουδέποτε ανέκτησε την εύνοιά της. Στη διάρκεια της σχέσης της με τον Ορλόφ η Αικατερίνη συνδέθηκε με τον Γκριγκόρι Ποτέμκιν. Το ειδύλλιό τους είναι διαβόητο αλλά όχι ξεκάθαρο. Γνωρίστηκαν τη νύχτα του πραξικοπήματος και εκείνη τον αντάμειψε για την αφοσίωσή του προάγοντάς τον σε επικεφαλής των βασιλικών κοιτώνων, μια θέση που τους επέτρεπε να συναντιούνται συχνά. Έκτοτε ο Ποτέμκιν ήταν ερωτευμένος με την Αικατερίνη και σε αντίθεση με άλλους αυλικούς δεν φοβόταν τον Ορλόφ.

Ο Ποτέμκιν ήταν πολύ τολμηρός και σε κάθε ευκαιρία διακήρυσσε τον έρωτά του για την Αικατερίνη. Εκείνη απολάμβανε το ενδιαφέρον του αλλά δίσταζε να προχωρήσει, ίσως εξαιτίας του Ορλόφ. Ωστόσο δεν αποθάρρυνε τον Ποτέμκιν και βλέποντας τον δυναμισμό του άρχισε να σχεδιάζει για εκείνον μια πολιτική καριέρα – την αρχή της εντυπωσιακής του αναρρίχησης στους κόλπους της αυλής. Έπειτα από ένα σοβαρό τραυματισμό στο μάτι, ο Ποτέμκιν αποχώρησε ξαφνικά από την αυλή. Η Αικατερίνη όμως τον νοστάλγησε και μετά από 18 μήνες απαίτησε την επάνοδό του το 1767. Τον διόρισε οικονομικό διαχειριστή του στρατού και του ανέθεσε τον σημαντικό πολιτικό ρόλο του Προστάτη των Εξωτικών Λαών για τη Νομοθετική Επιτροπή της. Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, ο Ποτέμκιν ανυπομονούσε να βρεθεί στο μέτωπο και η Αικατερίνη του το επέτρεψε παρόλο που της έλειπε. Μετά την αποπομπή του Ορλόφ η Αικατερίνη ασχολήθηκε με έναν νέο και νεότερο εραστή, τον Αλεξάντερ Βασίλτσικοφ, προς μεγάλη απογοήτευση του Ποτέμκιν όταν επέστρεψε για λίγο το 1772. Ωστόσο, το ενδιαφέρον της για τον Βασίλτσικοφ εξανεμίστηκε γρήγορα μολονότι τον αποζημίωσε με ένα σημαντικό επίδομα και γη. Έστρεψε την προσοχή της στον Ποτέμκιν, που ήταν ήρωας πολέμου χάρη στις στρατιωτικές επιτυχίες του στο εξωτερικό.

Όταν ο Ποτέμκιν εξαφανίστηκε ξανά από την αυλή στις αρχές του 1774, η Αικατερίνη αποδέχτηκε τελικά τον έρωτά τους. Όταν επέστρεψε και άρχισε η σχέση τους η Αικατερίνη ήταν 45 χρονών και ο Ποτέμκιν δέκα χρόνια νεότερος. Χάρη στη στρατιωτική πείρα του ήταν ένας χρήσιμος σύμβουλος και ο πρώτος από τους εραστές της με τον οποίο η Αικατερίνη μοιράστηκε εξουσίες. Τον αντάμειψε με πολλές στρατιωτικές και πολιτικές προαγωγές και τον διόρισε γενικό κυβερνήτη της Νέας Ρωσίας χορηγώντας του απόλυτη εξουσία στην περιοχή. Οι πολυάριθμες ερωτικές επιστολές που αντάλλαξαν μεταξύ τους αφήνουν να εννοηθεί ότι είχαν παντρευτεί κρυφά. Σε μια επιστολή της προς τον Ποτέμκιν, η Αικατερίνη του απευθύνεται με τα λόγια «γλυκέ μου άγγελε, πιστέ μου φίλε, σύζυγέ μου» και σε μια άλλη του λέει ότι «θα παραμείνω αληθινή γυναίκα σου μέχρι τον τάφο». Δεν είναι σίγουρο κατά πόσο ήταν πραγματικά παντρεμένοι, αλλά αυτό δεν αποκλείεται λόγω της φύσης των επιστολών και της επιρροής που ασκούσε ο Ποτέμκιν στην αυλή. Δυστυχώς όμως η ερωτική σχέση τους δεν έμελλε να κρατήσει. Η Αικατερίνη και ο Ποτέμκιν ήταν παθιασμένοι εραστές αλλά υπέφεραν από ζήλια και ανασφάλεια με αποτέλεσμα η σχέση τους να ψυχρανθεί. Το 1775 η Αικατερίνη είχε έναν νέο ευνοούμενο αλλά αντίθετα από τους προηγούμενους εραστές της ο Ποτέμκιν διατήρησε τη θέση του και την προσωπική και πολιτική επιρροή που της ασκούσε για την υπόλοιπη ζωή του. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος που ασκούσε ήταν τόσο μεγάλος που σύμφωνα με φήμες προμήθευε την Αικατερίνη με νέους εραστές. Διαδίδονταν επίσης σκανδαλώδη κουτσομπολιά σύμφωνα με τα οποία μια κυρία της αυλής δοκίμαζε τα προσόντα των εραστών στην κρεβατοκάμαρα πριν η αυτοκράτειρα κοιμηθεί μαζί τους. Πρόκειται μάλλον για συκοφαντία αλλά η αγάπη της Αικατερίνης για τους άνδρες ήταν πασίγνωστη.

Η σεξουαλικότητά της έγινε αφορμή για πρόστυχα αστεία και χυδαία σάτιρα με στόχο να επικρίνεται στη Ρωσία και στην Ευρώπη. Η επιρροή που ασκούσε πάνω της ο Ποτέμκιν επίσης ήταν αντικείμενο ανάλογων επιθέσεων που προκαλούσαν ρωγμές στην απολυταρχική εικόνα της. Οι ακολασίες της γίνονταν γνωστές αλλά η Αικατερίνη ήταν πανίσχυρη και δεν ντρεπόταν. Ενώ ο Ποτέμκιν απουσίαζε στο εξωτερικό σαν αρχιστράτηγος στη διάρκεια του δεύτερου Ρωσοτουρκικού Πολέμου, η Αικατερίνη πρόσεξε τον Πλάτωνα Ζούμποφ, έναν ματαιόδοξο νεαρό αξιωματικό. Στα 22 του χρόνια ήταν σχεδόν σαράντα χρόνια μικρότερος από την αυτοκράτειρα, που εκείνη την εποχή έμπαινε στα 60. Η σχέση τους άρχισε το 1789 και η Αικατερίνη τον ερωτεύτηκε σφόδρα. Βασίστηκε πάνω του ίσως λόγω της προχωρημένης ηλικίας της και ο Ζούμποφ εξελίχθηκε ταχύτερα από κάθε προηγούμενο εραστή της. Όμως η σχέση της με ένα είδος ζιγκολό γελοιοποίησε για άλλη μια φορά την ηλικιωμένη αυτοκράτειρα. Η ευτυχία της Αικατερίνης διακόπηκε από την άφιξη μιας τραγικής είδησης τον Οκτώβριο του 1791 – ο Ποτέμκιν είχε πεθάνει στο εξωτερικό ενώ διαπραγματευόταν μια ειρηνευτική συμφωνία με τους Τούρκους, έπειτα από πολυήμερο πυρετό και συμπτώματα πνευμονίας.

Η θλίψη κυρίευσε την Αικατερίνη. Για δύο δεκαετίες εκείνος ήταν το στήριγμα της ισχύος της και τώρα έπρεπε να τα καταφέρνει χωρίς αυτόν. Τα πέντε τελευταία χρόνια της ζωής της η αυτοκράτειρα αφιέρωσε την προσοχή της στον Ζούμποφ. Αυτός έπαιξε καίριο ρόλο στη λήψη αποφάσεων στη διάρκεια της βασιλείας της προκαλώντας φθόνο και περιφρόνηση, ενώ για τους αυλικούς ο έρωτας της Αικατερίνης γι’ αυτόν ήταν ακατανόητος. Ο Ζούμποφ έπεισε μάλιστα την αυτοκράτειρα να αναθέσει στον αδελφό του τη διοίκηση του στρατού της κατά τη Ρωσοπερσική σύγκρουση που είχε αρχίσει τον Απρίλιο του 1796 αντί να την αναθέσει σε κάποιον έμπειρο στρατηγό. Αν και η απόφαση αποδείχτηκε σωστή και ο νεαρός Ζούμποφ επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν πλέον μια διαφορετική αυτοκράτειρα από εκείνη που είχε σφετεριστεί τον θρόνο τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Όμως η Αικατερίνη δεν πρόλαβε να δει την έκβαση αυτή επειδή πέθανε τον Νοέμβριο του 1796. Εμφανίστηκαν απίστευτες ιστορίες για την αχαλίνωτη σεξουαλικότητά της με στόχο να σπιλώσουν την υστεροφημία και την υπόληψή της. Σύμφωνα με τον πιο γνωστό ισχυρισμό, είχε πεθάνει ερωτοτροπώντας με έναν επιβήτορα, ο οποίος την έλιωσε όταν έσπασε η ιπποσκευή. Η αλήθεια πάντως είναι πολύ πιο πεζή – η Αικατερίνη υπέστη καρδιακή προσβολή και δεν ανέκτησε ποτέ τις αισθήσεις της. Ήταν ένα ειρηνικό τέλος για μια προκλητική και εντυπωσιακή γυναίκα που θα μείνει για πάντα στη μνήμη ως Μεγάλη Αικατερίνη. 

Της Jessica Leggett

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό All About History που κυκλοφορεί μια φορά το μήνα με το Εθνος της Κυριακής.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ APP ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Ethnos.gr - App Store Ethnos.gr - Google Play
ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.

NETWORK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ