Γιώργος Μαυροψαρίδης: «Το Όσκαρ, ο Λάνθιμος και η Λούφα»
Η υποψηφιότητα για Οσκαρ είναι µεγάλη αναγνώριση από µόνη της, µαζί µε το κερασάκι του βραβείου από τους ACE

Γιώργος Μαυροψαρίδης: «Το Όσκαρ, ο Λάνθιμος και η Λούφα»

Τελευταία Ενημέρωση
Ο µοντέρ της «Ευνοούµενης» µιλά για την περιπέτεια του σινεµά, τη συµµετοχή του στην ταινία του Περάκη και τονίζει ότι θα αφιέρωνε το βραβείο του στον «άγνωστο µοντέρ»

Oι Έλληνες σκηνοθέτες τον αποκαλούν «δάσκαλο». Είναι από τους µακροβιότερους και πιο πολυτάλαντους µοντέρ της ελληνικής κινηµατογραφίας, µε σηµαντική φιλµογραφία στην πορεία του. Μια πορεία που γνωρίζει τώρα τη µεγάλη αναγνώριση, αυτή των Όσκαρ.

Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης, σταθερός συνεργάτης και συνοδοιπόρος του Γιώργου Λάνθιµου σε όλες τις ταινίες του, είναι πλέον και ο πρώτος τεχνικός της ελληνικής κινηµατογραφίας που κατακτά τη διάκριση της υποψηφιότητας για Όσκαρ καλύτερου µοντάζ. Στη συνέντευξη που µας παραχώρησε µιλά για τη µεγάλη περιπέτεια του σινεµά και της υποψήφιας για 10 Όσκαρ «Ευνοούµενης» του Γιώργου Λάνθιµου.

Αυτήν την περίοδο βρίσκεστε στο εξωτερικό για τις απαιτήσεις της προ-οσκαρικής περιόδου. Ποια η σηµασία της υποψηφιότητάς σας στα Όσκαρ, αλλά και του βραβείου που πήρατε από την Ένωση Αµερικανών Μοντέρ;

Για την ακρίβεια πηγαινοέρχοµαι... Είµαι στην Κοπεγχάγη για τις ανάγκες του µοντάζ της ταινίας «Suicide Tourist» του Jonas Alexander Arnby, ταξίδεψα ένα Σαββατοκύριακο στο Λος Άντζελες για τα ACE Awards, ένα άλλο στο Λονδίνο για τα βραβεία BAFTA και αποµένει το Σαββατοκύριακο των Όσκαρ. Η βράβευσή µου στην κατηγορία των κωµωδιών (ACE Awards) σηµαίνει πολλά, γιατί πρόκειται για βράβευση από περίπου χίλιους µοντέρ του ACE απ’ όλο τον κόσµο.

Συνεργάζεστε µε τον Γιώργο Λάνθιµο πολλά χρόνια. Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που τον έκαναν να ξεχωρίσει σε σχέση µε άλλους Έλληνες ή Ευρωπαίους σκηνοθέτες;

Το ταλέντο του, η πλήρης αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει από τα πρώτα χρόνια που τον γνώρισα, όταν µοντάραµε µαζί τις πρώτες του διαφηµιστικές ταινίες. Και η ωριµότητα που απέκτησε µε τα χρόνια, καλλιεργώντας το ταλέντο του µε προγραµµατισµό και πολλή δουλειά.

Σε µια συνέντευξή του στην «Criterion» το 2015 µε αφορµή τον «Αστακό», ο Γιώργος Λάνθιµος είχε τονίσει ιδιαίτερα τον τρόπο που δουλεύετε το µοντάζ κάθε ταινίας. Επιπλέον, ότι σας έχει απόλυτη εµπιστοσύνη ως µέγα «δάσκαλο» και πως αφήνει σχεδόν πάνω σας την όλη διαδικασία. Είναι αλήθεια ότι αποµονώνεστε πλήρως όταν µοντάρετε ένα φιλµ;

Το µοντάζ είναι µια διαδικασία που απαιτεί πολύ χρόνο, ιδιαίτερα αν ο σκηνοθέτης, όπως ο Λάνθιµος, µε το πολυσύνθετο υλικό του σου παρέχει άπειρες δυνατότητες και είναι ιδιαίτερα απαιτητικός ως προς το τελικό αποτέλεσµα. Στην παραγωγή µιας ταινίας µία έξτρα µέρα γύρισµα σχεδόν απαγορεύεται. Ο Γιώργος µου έχει εµπιστοσύνη ως προς την ερµηνεία που δίνω στο ντεκουπάζ του, την ιδιαιτερότητα της µονταζικής µου προσωπικότητας και την αφοσίωσή µου στο έργο και στο όραµα του δηµιουργού-σκηνοθέτη.

Το «δάσκαλος» έχει µια άλλη έννοια για τους φίλους που µε φωνάζουν έτσι και έχει µια ανεκδοτολογική προέλευση. Και ναι, είναι απαραίτητο πολλές φορές ο µοντέρ να µένει µόνος του, και πιστέψτε µε δεν έχω εργαστεί µε πολλούς σκηνοθέτες όπως ο Λάνθιµος, ο οποίος όχι µόνο µου δίνει αυτήν τη δυνατότητα, αλλά και βασικά απαιτεί τη δηµιουργική µου συµµετοχή στο µοντάζ και την «ανανέωση» των µονταζικών µου γνώσεων και τεχνικών. Όλα τα παραπάνω εξηγούν και τη µοναδικότητα της συνεργασίας µας όλα αυτά τα σχεδόν είκοσι χρόνια.

the-favourite-emma-stone.jpg
H «Ευνοούµενη» του Γιώργου Λάνθιμου

Οι δύο πρώτες αγγλόφωνες ταινίες του Γιώργου Λάνθιµου είχαν ελληνικές αναφορές. Σκεφτήκατε να περάσετε κάποιο ελληνικό στοιχείο στην «Ευνοούµενη»;

Το µοντάζ της σκηνής όπου η Αµπιγκεϊλ είναι στο δάσος µε τον Μάσαµ και «ερωτοτροπούν» είναι ένας µονταζικός φόρος τιµής στην «Ευδοκία» του Αλέξη ∆αµιανού, πραγµατικού δασκάλου. Οι τίτλοι είναι φτιαγµένοι από τον µόνιµο συνεργάτη µας Βασίλη Μαρµατάκη, ενώ στο κοινό των προβολών µας για συγγενείς και φίλους κατά τη διάρκεια του µοντάζ συµµετείχαν οι Έλληνες Ευθύµης, Γιώργος, Ναπολέων, Μελίτα και Θύµιος (µαζί µε τη Σάµερ), που µας δίνουν πολύτιµες παρατηρήσεις. Και παραλίγο ο φίλος µουσικός Coti K

Ποια ήταν η κυριότερη πρόκληση σε σχέση µε τη συγκεκριµένη ταινία;

Η µεγαλύτερη µονταζική πρόκληση ήταν να «αποδοµηθούν» µε τη χρήση δοµικών αλλαγών και τη δηµιουργία µοντάζ σεκάνς η γραµµικότητα της πλοκής και η µονοσήµαντη ανάδειξη της «ηρωίδας». Nα εξισορροπηθούν οι ερµηνείες, το «ιστορικό» πλαίσιο να µείνει ένα µπαγκράουντ µόνο για την υπαρξιακή ανέλιξη των χαρακτήρων. Όλο αυτό µε την ιδιαίτερη κινηµατογραφική γλώσσα του Γιώργου Λάνθιµου, και να βγει κάτω από δύο ώρες µε τους τίτλους βάσει συµβολαίου. Κάτι που δεν αναφέρεται συχνά, αλλά έχει σηµασία είναι ότι ο Γιώργος Λάνθιµος βάσει συµβολαίου έχει το final cut της ταινίας

Πριν γίνετε µοντέρ, σκεφτόσασταν να γίνετε ηθοποιός. Γιατί σας κέρδισε η τέχνη του µοντάζ;

Αποφοίτησα από το εξατάξιο Γυµνάσιο Ταύρου και κατά παράβαση της επιθυµίας των γονιών µου και του καθηγητή µου της Φιλολογίας, που ήθελαν να δώσω για φιλόλογος, ξεκίνησα να σπουδάζω υποκριτική στο «Θεατρικό Εργαστήρι». Εκεί ήµουν τυχερός να γνωρίσω τον Βίκτωρα Παγουλάτο, έναν καταπληκτικό δάσκαλο ζωής, που µε µύησε στη «βιωµατική» υποκριτική τέχνη.

Αυτό και η ενασχόλησή µου µε τη µουσική ήταν και τα αίτια να παραµείνω στη σχολή, έχοντας κατανοήσει την πραγµατικότητα «εκεί έξω» από τον πρώτο χρόνο των σπουδών µου. Κατόπιν πήγα στο Λονδίνο, όπου σπούδασα κινηµατογράφο στοLondon International Film School, και σχεδόν από τον πρώτο χρόνο επέλεξα συνειδητά να είµαι µοντέρ λόγω της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας µου.

Γνωρίζετε το ελληνικό σινεµά απέξω και ανακατωτά έχοντας συνεργαστεί από τη δεκαετία του ’80 έως σήµερα µε τους σηµαντικότερους σκηνοθέτες του. Πού συγκλίνει και πού διαφέρει η νέα γενιά των σκηνοθετών από την παλαιότερη;

Έχω υπάρξει τυχερός! Όταν απολύθηκα από τη στρατιωτική θητεία µου µε σύστησε ο συνάδελφος φαντάρος Τσιλιφώνης, σκηνοθέτης και παραγωγός τώρα (ένας άλλος ήταν ο Τ. Ζερβουλάκος, κινηµατογραφιστής), στη «Στέφι Φιλµ», εταιρεία παραγωγής διαφηµιστικών ταινιών, από τις λίγες που υπήρχαν τότε. Ήταν η εποχή που δηµιουργούνταν ο χώρος της διαφήµισης. Οι σκηνοθέτες έπαιρναν µια σελίδα από µια ραδιοφωνική παραγωγή (µόνο τέτοιες διαφηµιστικές εταιρείες υπήρχαν τότε) και έφτιαχναν µόνοι τους την ταινία. Εκεί είχα την τύχη να έχω δασκάλους τον Γιώργο Πανουσόπουλο, τον Νίκο Νικολαΐδη, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, οι οποίοι έκαναν διαφηµιστικά για να µπορούν να συγχρηµατοδοτούν τις ταινίες τους.

Εκεί, µετά τη δουλειά, µόνταρα πολλές µικρού µήκους, όλες χωρίς αµοιβή. Πού να βρει λεφτά να κάνει κάποιος ταινία εκείνη την εποχή, αν δεν ήταν µέσα στο σύστηµα πολιτικής εξουσίας; Παράδειγµα ο Σταύρος Τορνές που δεν ευτύχησε να χρηµατοδοτηθούν οι ταινίες του, αλλά µπορούσε και τις έκανε µε την ευγενική, ανιδιοτελή εργασία των «φίλων και συγγενών». Αυτήν τη νοοτροπία έµαθα, και συνέχισα µε τον ίδιο τρόπο αγάπης προς τον κινηµατογράφο µε σχεδόν όλους τους σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, που κατόπιν συνεργάστηκα στα διαφηµιστικά. Και ήταν στη «Στέφι Φιλµ» που πρωτοσυνεργάστηκα µε τον Νίκο Περάκη σαν «ο µοντέρ» της «Λούφας και Παραλλαγής». Μια µέρα που µοντάραµε µπαίνει ο Πανουσόπουλος και λέει στον Νίκο: «Nα ρε συ, τον Γιωργάκη πάρε να σου παίξει τον µοντέρ, πού να βρίσκεις τώρα ηθοποιό να του µάθεις τη µουβιόλα;». Και έτσι έγινε. Επαιξα τον µοντέρ της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, Γ. Τριανταφύλλου...

Πριν το είχα ζήσει και εγώ το σκηνικό ως φαντάρος στη µετεξέλιξη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, στην ΥΕΝΕΔ, και µάλλον ήταν µοιραίο να είµαι ο κατάλληλος για την ταινία. Όπως καταλαβαίνετε, η ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία αυτών των ανθρώπων µε καθόρισε, και ήταν µια αδικία την εποχή της «Κινέττας» και του «Κυνόδοντα» που ο χώρος γενικώς µας καθόριζε υποτιµητικά ως «διαφηµισάκηδες» και καθύβριζε τις ταινίες µας. Κάναµε διαφηµιστικά για να µπορέσουµε να κάνουµε κινηµατόγραφο. Δεν είχαµε άλλα µέσα. Η διαφορά µε τους νεότερους είναι πλέον ότι η αξία τους κερδίζεται αναγκαστικά σε ευρωπαϊκό και παγκόσµιο επίπεδο, και η αναγνώρισή της είναι ικανή να συγχρηµατοδοτήσει τις ταινίες τους λόγω των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Σε ποια φάση θεωρείτε ότι βρίσκεται σήµερα το ελληνικό σινεµά;

Έχει αρχίσει να κινείται κάτι, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Μιλάω για το πλαίσιο, γιατί το ταλέντο υπάρχει λόγω της αναρχικής µας βασικά φύσης. Ξέρετε, έχουν χαθεί πολλά χρόνια και δεν φταίει πάντα η πολιτική εξουσία µε τις συνήθειες που κουβαλάει. Κουβαλάµε και εµείς συνήθειες ως λαός και οµάδα. Στην εποχή που αναφέροµαι, υπουργός Πολιτισµού ήταν η αείµνηστη Μελίνα Μερκούρη, η οποία είχε δώσει µάχη µαζί µε τον Γάλλο υπουργό Πολιτισµού, Ζακ Λανγκ, για να κρατήσει το δικαίωµα χρηµατοδότησης των εγχώριων παραγωγών στη συµφωνία του GATT και κανείς δεν µπορεί να την ψέξει για κάτι, ίσα ίσα. Στον χώρο όµως από κάτω και γύρω κυριαρχούσε το «δίκιο» του «αριστερού» ή «δεξιού» συνδικαλιστή, και όσοι ήταν απέξω έπαιρναν ή πολύ λίγα ή καθόλου.

Όπως ο Σταύρος Τορνές αλλά και ο Τσιώλης και πολλοί µικροµηκάδες. Και όπως καταλαβαίνετε, ακόµη και η αισθητική των ταινιών που κατατίθενται στα Κέντρα Κινηµατογράφου σε όλο τον κόσµο καθορίζεται από το ποιος αποφασίζει και µε ποια κριτήρια θα χρηµατοδοτηθεί. Ο «Κυνόδοντας» έγινε επειδή ο τότε πρόεδρος του Κέντρου Κινηµατογράφου κ. Παπαλιός αποφάσισε, παίρνοντας πάνω του την ευθύνη (για την οποία αργότερα µπήκε σε δικαστικές περιπέτειες), να χρηµατοδοτήσει την ταινία η οποία είχε απορριφθεί από το τότε ∆Σ. Κάθε χώρα κουβαλάει τις νοοτροπίες των λειτουργών της σε κάθε τοµέα.

Αν πάρετε το Όσκαρ, έχετε σκεφτεί πού θα το αφιερώσετε;

Η υποψηφιότητα για Όσκαρ είναι µεγάλη αναγνώριση από µόνη της, µαζί µε το κερασάκι του βραβείου από τους ACE. Αν έπαιρνα το Όσκαρ (ας µην το βλέπουµε τόσο πατριωτικά θα έλεγα), που έχω µία στις πέντε πιθανότητες σε µια παρέα διεθνώς καταξιωµένων µοντέρ, θα το αφιέρωνα πραγµατικά στον «άγνωστο µοντέρ» της Ελλάδας και όλου του κόσµου, που στο σκοτεινό δωµάτιο και µε άπειρες ώρες εργασίας παλεύει, χωρίς ίσως να του δοθεί ποτέ η δυνατότητα της αναγνώρισης της εργασίας του. Που πιστέψτε µε, είναι όσο και η δική µας ή και ακόµη περισσότερο δηµιουργική και άξια επαίνου.

Και τι θα συµβουλεύατε τους νέους Ελληνες κινηµατογραφιστές;

Η συµβουλή µου είναι να είναι ο εαυτός τους και να ακολουθήσουν το όραµά τους χωρίς φόβο και δεν θα το µετανιώσουν. Χάρη στην τόλµη του φαντάρου που ήµουν τότε, δεν δελεάστηκα από την πρόταση να παραµείνω µοντέρ στην ΥΕΝΕ∆ και να έχω µια «σίγουρη» σταδιοδροµία. Ο «χαµένος τα παίρνει όλα» σε αυτήν την περίπτωση.

Ακολουθήστε το ethnos.gr στο Instagram

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ