Οι ταινίες της εβδομάδας: Από τον «Ιρλανδό» του Σκορσέζε στους «Άγγελους του Τσάρλι»
Ο Αλ Πατσίνο και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο γκανγκστερικό έπος «Ο Ιρλανδός» του Μάρτιν Σκορσέζε

Οι ταινίες της εβδομάδας: Από τον «Ιρλανδό» του Σκορσέζε στους «Άγγελους του Τσάρλι»

Τελευταία Ενημέρωση
Το βαρύ πυροβολικό του Netflix και τέσσερις νέες ταινίες προβάλλονται από σήμερα στις ελληνικές αίθουσες

Το αριστοτεχνικό γκανγστερικό δράμα Ο Ιρλανδός (The Irishman) του Μάρτιν Σκορσέζε βγαίνει σήμερα στις αίθουσες πριν την προβολή του στο Netflix με ελληνικούς υπότιτλους από τις 27 Νοεμβρίου, ενώ απέναντι του έχει τέσσερις ταινίες, ανάμεσά τους το αστυνομικό θρίλερ Το θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών του Σύλλα Τζουμέρκα και τους νέους Άγγελους του Τσάρλι με την υπογραφή της Ελίζαμπεθ Μπανκς

« Ο Ιρλανδός» («The Irishman») / ***** 
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε / Παίζουν: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Αλ Πατσίνο, Τζο Πέσι, Χάρβεϊ Καϊτέλ

Το έτος 2002 ο ηλικιωμένος Φρανκ Σίραν, γκάνγκστερ και εκτελεστής της μαφίας, διηγείται την ιστορία του καθισμένος σε αναπηρικό καρότσι: μιλώντας στην κάμερα προς ένα άγνωστο σ’ εμάς πρόσωπο, εξηγεί πώς ο ίδιος, ένας βετεράνος Αμερικανός στρατιώτης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε να δουλεύει μεταπολεμικά ως φορτηγατζής κάνοντας μικροαπατεωνιές, έως ότου η τυχαία γνωριμία του με τον Ράσελ Μπαφαλίνο, υψηλόβαθμο στέλεχος της μαφίας, τον έχρισε δεξί του χέρι και τον οδήγησε στον πυρήνα του οργανωμένου εγκλήματος στη Φιλαδέλφεια και από εκεί στο πλευρό του Τζίμι Χόφα, επί χρόνια ισχυρού ηγέτη του εργατικού συνδικάτου με διασυνδέσεις… πλούσιες και ενδιαφέρουσες στο παρακράτος της μαφίας.

Προστάτης του Χόφα και προσωπικός φίλος, ο Σίραν θυμάται όλα όσα συνέβησαν πριν από τη δολοφονία του διάσημου συνδικαλιστή στις 30 Ιουλίου 1982, αποκαλύπτοντας τις πολύπλοκες δοσοληψίες που οδήγησαν στην ανεξιχνίαστη ως σήμερα «εξαφάνιση» μιας καθοριστικής για τα αμερικανική πολιτική σκηνή προσωπικότητας…

«Μια ταινία σαν τον "Ιρλανδό" αφορά το πώς μαθαίνει κανείς να πεθαίνει» είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του σε μεγάλο αμερικανικό Μέσο ο Μάρτιν Σκορσέζε – μια φαταλιστική φράση που περικλείει όλη την ουσία του διάρκειας 3,5 ωρών γκανγκστερικού έπους που γύρισε με την χρηματοοικονομική υποστήριξη του Netflix. Διατρέχοντας πάνω από 50 χρόνια αμερικανικής ιστορίας μέσα από το ανεξακρίβωτο ως προς την αλήθεια των λεγόμενων του Σίραν, που ήταν υπαρκτό πρόσωπο, βιβλίο «I Heard You Paint Houses» του Τσαρλς Μπραντ, ο Σκορσέζε επιστρέφει στους γκάνγκστερ των ταινιών του σκεπτόμενος αναθεωρητικά, τελεσίδικα.

Η ιστορία ξεκινάει με μια αφήγηση κυνική, ζουμερή και παιχνιδιάρικη, έχοντας ένα σενάριο, δομημένο σε τρία επίπεδα και διαφορετικούς χρόνους από τον οσκαρικό Στίβεν Ζέιλιαν (Η Λίστα του Σίντλερ). Ο σαρκασμός είναι διάχυτος, η αργκό του υποκόσμου δονείται ρυθμικά και παρασέρνει στην παράδοξη δυναμική ενός διαπλεκόμενου σύμπαντος στις παρυφές του νόμιμου κράτους, ενώ τα βλέμματα στον χώρο, ο ηδονισμός της εξουσίας είναι όλα μεγαλόστομα σε μία ατμόσφαιρα χαρούμενης μαυρίλας και διαφθοράς.

Διασκεδαστικά, αβίαστα και σχεδόν απροβλημάτιστα, παρασυρόμαστε στη φονική πλευρά του αμερικανικού ονείρου μέχρι που το πλήρωμα του χρόνου φουντώνει, γιγαντώνεται. Αργά αργά η αφήγηση αλλάζει, η σιωπή τρομάζει και η ταινία αποκαλύπτεται σαν μια πολύ πικρή ελεγεία για την ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στον αδηφάγο χρόνο που απευθύνεται σε καθέναν από εμάς ξεχωριστά. Οι μουσικές επιλογές του Ρόμπι Ρόμπερτσον έχουν πολλές διακλαδώσεις και συνδιαλέγονται απευθείας με το συναίσθημα όταν πρέπει – οι επιλογές δε διαφορετικών σάουντρακ, με κορυφαίο το ιλαρό κλείσιμο του ματιού στον «Νονό», είναι κομβικές.

Ο Σκορσέζε χτίζει το υπαρξιακό κρεσέντο του στη διάρκεια που χρειάζεται: 3,5 ώρες κινηματογραφικού και τηλεοπτικού χρόνου. Δίνει –καίρια επιλογή– τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον ηθοποιό με τον οποίο διένυσε την πιο συναρπαστική διαδρομή του: τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο των «Κακόφημων δρόμων», του «Ταξιτζή», του «Οργισμένου ειδώλου», των «Καλών παιδιών» και του «Καζίνο», αλλά και του «Νονού» του Κόπολα, και τον μετατρέπει σε έναν εκτελεστή/στρατιώτη/ προστάτη της μαφίας και αλληγορική φιγούρα 50 και βάλε σκοτεινών χρόνων αμερικανικής Ιστορίας. Διότι η ιστορία της Αμερικής βρίσκεται πάντα στο μπακγκράουντ – από την άνοδο του οργανωμένου εγκλήματος και τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι ως την εποχή Νίξον και τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία.

Απαθής, σοκαριστικά μεταμορφωμένος για τις ανάγκες της αφήγησης που μετακινείται ξανά και ξανά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με την αρωγή των εφέ της ILM, ο Ντε Νίρο είναι o έμπιστος Ιρλανδός στους κόλπους του μαφιόζικου συστήματος, ένας γκάνγκστερ που δύσκολα αποκρυπτογραφείται μέχρι που στην τελευταία φάση της ζωής του γίνεται η προσωποποίηση της Ενοχής στο φάσμα του χριστιανικής καθολικής θρησκείας, ένας γέρος, φτιαγμένος όπως κάθε άνθρωπος από σάρκα και οστά.

Στο πλευρό του ο Αλ Πατσίνο (πρώτη φορά σε σκορσεζικό φιλμ) είναι όλα όσα περιμένεις να εισπράξεις από εκείνον σε μια πληθωρική, πότε επιδεικτική και πότε μετρημένη εκδοχή του Χόφα, ενώ ο Τζο Πέσι, βραβευμένος με Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου για τα «Καλά Παιδιά», εδώ ως Ράσελ Μπαφαλίνο, είναι ο σκιώδης εξουσιαστής σε μια ερμηνεία-υπόδειγμα της αμφισημίας στην υποκριτικής.

Υλοποιημένος από το Netflix για την μικρή αλλά και τη μεγάλη οθόνη, ο Ιρλανδός του Σκορσέζε μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει μελέτη για το πώς το σινεμά και η τηλεόραση μπορούν να ενωθούν σε μία οντότητα για τον θεατή του 21ου αιώνα.

Το φορμά σε αυτή την περίπτωση δεν είναι περιοριστικό, τα πλάνα έχουν πνοή και όγκο, το μονοπλάνο στην αρχή και το φινάλε είναι διαπεραστικό, ουσιώδες, σχολιάζει την ιστορία το ίδιο και η διεύθυνση φωτογραφίας του Ροντρίγκο Πριέτο, υπογραμμίζοντας τη σχέση τεχνικής και Τέχνης, κινηματογράφου και τεχνολογίας, μικρής οθόνης και μεγάλης.

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο στην περίπτωση του Ιρλανδού είναι ότι σε «βρίσκει» με την αιχμηρότητά του αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους. Σε αυτή την αναπάντεχη κρυφή συνομιλία μεταξύ θεατή, θεάματος και ιστορίας εντοπίζεται το μεγαλείο της ταινίας-σταθμός από μόνη της στα χρονικά του Χόλιγουντ ως τόπος δημιουργικής συνάντησης των μεγαλύτερων ταλέντων που έβγαλε το αμερικανικό σινεμά εδώ και μισό αιώνα, αλλά και ως χαιρετισμός τελευταίος του δημιουργού της στο είδος του γκανγκστερικού δράματος το οποίο και τον καθιέρωσε. (2019)

Το θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών / **
Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας / Παίζουν: Αγγελική Παπούλια, Γιούλα Μπούνταλη, Χρήστος Πασσαλής, Αργύρης Ξάφης, Θανάσης Δόβρης, Λαέρτης Μαλκότσης, Μαρία Φιλίνη, Κατερίνα Χέλμη

Μια σκληροτράχηλη αστυνομικός εξαναγκάζεται από τον διοικητή της σε μετάθεση από την Αθήνα στο Μεσολόγγι αφού ανακρίνει έναν ύποπτο τρομοκράτη. Φοβισμένη από τις επιπτώσεις της εμπλοκής της στην υπόθεση των τρομοκρατών για τον μικρό της γιο και για την ίδια, θα φύγει για την απομονωμένη επαρχιακή πόλη. Αρκετά χρόνια μετά, η Ελισάβετ, διοικεί το αστυνομικό τμήμα του Μεσολογγίου με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο, πίνοντας από το πρωί ως το βράδυ ενώ διατηρεί σχέση με τον ντόπιο παντρεμένο μεγαλογιατρό. Ένα αναπάντεχο έγκλημα που συνταράσσει την απομονωμένη κοινότητα θα ενώσει τη διαδρομή της με εκείνη της Ρίτας, εργάτριας στην τοπική μονάδα επεξεργασίας χελιών, που περνάει την προσωπική της κόλαση αντιμέτωπη καθημερινά με την κακομεταχείριση και εκμετάλλευση που της επιφυλάσσει ο αδελφός της, τραγουδιστής και διακινητής ναρκωτικών στο σκυλάδικο της περιοχής.

Μετά από τη «Χώρα προέλευσης» (2010) που μας βύθισε σε μια αναζήτηση της ελευθερίας και της ταυτότητας στη νεοελληνική κοινωνία ως μαινόμενο πολυσύνθετο οικογενειακό δράμα και την «Έκρηξη» (2014), μια οργισμένη αλληγορία για τη μαστιζόμενη από την πολύπλευρη κρίση Ελλάδα του σήμερα μέσα από τη δραματική αποσύνθεση της οικογένειας και την υπαρξιακή πτώση της κεντρικής ηρωίδας, ο Σύλλας Τζουμέρκας επιστρέφει με το θρησκευτικών αναφορών «Θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών».

Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ -υπαρξιακή παραβολή πάνω στην προσωπική «αναγέννηση», που «μυρίζει» βρωμιά και χώμα (φλογερή η φωτογραφία του Πέτρους Σιόβικ που αναδεικνύει το απόκοσμο τοπίο του Μεσολογγίου δίνοντας την αίσθηση ενός μυστηριώδους και σχετικά εφιαλτικού συνόρου ως εκδοχή μιας ελληνικής Άγριας Δύσης). Ένα διαφορετικό γουέστερν που κυλιέται στον βούρκο της αμαρτίας, της σεξουαλικής ηδονής και της βίας, της ενοχής και της λύτρωσης στο πλαίσιο μιας ιστορίας που θα μπορούσε να είχε βασιστεί στο οποιοδήποτε γκραν γκινιόλ έγκλημα της ελληνικής επαρχίας, και συνιστά έναν φόρο τιμής στον «Φόβο» του Κώστα Μανουσάκη (με τους Έλλη Φωτίου, Ανέστη Βλάχο και Σπύρο Φωκά στους πρώτους ρόλους).

Δίνοντας τον πρώτο ρόλο ξανά στην Αγγελική Παπούλια που καλείται να συνθέσει μια αντι-ηρωίδα στα πρότυπα των τσακισμένων μπάτσων των αμερικανικών αστυνομικών θρίλερ και βάζοντας σε δεύτερη – πολύ κοντινή και παράλληλη – αφηγηματική διαδρομή την συνσεναριογράφο και ηθοποιό Γιούλα Μπούνταλη, ο Τζουμέρκας συνθέτει άλλο ένα φιλμ αλληγορικών διαστάσεων με θηλυκό πρόσημο. Οι δυο του πρωταγωνίστριες συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα υποκριτικής (ειδικά η Μπούνταλη είναι απόλυτα δοσμένη στην απαιτητική σωματική της ερμηνεία) ωστόσο και εδώ, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, το κινηματογραφικό όραμα του σκηνοθέτη – απλωμένο μεγαλοπρεπώς στον εντυπωσιακό φυσικό καμβά του Μεσολογγίου και της λιμνοθάλασσας του - είναι σε διαρκή πάλη με το βαρυφορτωμένο σε συμβολισμούς σενάριο.

Από τη μία ο συμβολισμός των χελιών που μεταμορφώνονται από αμφίβια του γλυκού νερού σε ψάρια της αλμυρής θάλασσας και διασχίζοντας χιλιάδες μίλια γεννούν και πεθαίνουν στη Θάλασσα των Σαργασσών, από την άλλη οι αναφορές στην Κενή Διαθήκη και τα θαύματα του Χριστού με εμβόλιμες ονειρικές σκηνές, συν το υπόγειο κλείσιμο του ματιού στον Παράδεισο του Δάντη, και το μείγμα φλερτάρει επικίνδυνα με την επιτηδευμένη παραδοξότητα. Αφήνοντας, μάλιστα, την καρδιά του – το  παραδοσιακό αστυνομικό μυστήριο – σε δεύτερη και τρίτη μοίρα, χάριν ενός υπαρξιακού δράματος πεισματικά βασισμένου και αναπτυγμένου πάνω στις πολλές του αναφορές (από το βακχικό στοιχείο στην χριστιανική παραβολή και αποδόμηση του Μεσολογγίου) και τη δυσλειτουργία των χαρακτήρων, σε βαθμό υπερφόρτωσης και αποξένωσης του θεατή τόσο από το θέαμα όσο και από το δράμα. (2019)

Υπάρχει Θεός, Το όνομά της είναι Πετρούνια (God Exists, Her Name Is Petrunija) / ***
Σκηνοθεσία: Τεόνα Στρουγκάρ Μιτέβσκα / Παίζουν: Ζορίκα Νουσέβα, Λαμπίνα Μιτέφσκα, Στεφάν Βουζίσικ, Σουάντ Μπεγκόφσκι

Η Πετρούνια, άνεργη 30χρονη, παρά το πτυχίο Ιστορίας που διαθέτει, ζει μια βαρετή, περιοριστική ζωή στο ίδιο σπίτι με τους γονείς της στην επαρχιακή πόλη Στιπ της Βόρειας Μακεδονίας ενώ καθημερινά πρέπει να προσπερνά το bullying των συντοπιτών τους για την εμφάνισή της. Μετά από μια αποτυχημένη συνέντευξη για δουλειά όπου υφίσταται μία ακόμη ολική υποτίμηση της προσωπικότητας της ως οντότητα, παίρνει το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι. Είναι η γιορτή των Θεοφανίων όμως και η Πετρούνια, πέφτοντας πάνω στη θρησκευτική τελετή της κατάδυσης του Σταυρού στο ποτάμι της περιοχής, αποφασίζει να βουτήξει μαζί με τους άντρες. Και πιάνει τον σταυρό προκαλώντας την οργή των υπόλοιπων κολυμβητών ενώ ο επίσκοπος αντιδρά ζητώντας να μείνει ο σταυρός στα χέρια εκείνης που τον πήρε πρώτη, της Πετρούνια, δηλαδή, που θα διαφύγει με το ιερό σύμβολο προκαλώντας την επέμβαση μιας δημοσιογράφου από τα Σκόπια που δίνει σκανδαλοθηρικές διαστάσεις στην υπόθεση, αλλά και της αστυνομίας που αρχίζει να αναζητά την «κλέφτρα»…

Έξοχη ιδέα για σάτιρα του σωβινισμού στις διάφορες εκφάνσεις του (σεξισμός, πατριωτισμός/εθνικισμός, ρατσισμός) στη σύγχρονη Βόρεια Μακεδονία βασισμένη σε πραγματικό περιστατικό στη γείτονα χώρα με την πρωταγωνίστρια Ζορίκα Νουσέβα να καταθέτει μία αξιοπρόσεχτη, σωματικής έκφρασης, ερμηνεία ως δυσφορούσα μέσα στις οπισθοδρομικές αγκυλώσεις της γύρω της βολικά ακίνητης κοινωνίας, γυναίκα. Πάνω στο παράδοξο του χριστιανικού τελετουργικού της εκκλησίας που αποκλείει τις γυναίκες έναντι των αντρών, η Σκοπιανή σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Τεόνα Στρουγκάρ Μιτέβσκα, σχολιάζει τα βαθιά ριζωμένα έμφυλα στερεότυπα και την πατριαρχική δομή της χριστιανορθόδοξης βαλκανικής κοινωνίας με σημείο εκκίνησης την οικογενειακή εστία και κατόπιν τους θεσμούς της πολιτικής εξουσίας ασκώντας απολαυστική ανά στιγμές κριτική (το αγαπημένο αντικείμενο σπουδών της Πετρούνια στο πανεπιστήμιο ήταν η Κινεζική Επανάσταση και όχι ο Μέγας Αλέξανδρος!).

Η ιστορία της Πετρούνια παύει να λειτουργεί και να εξελίσσεται στο δεύτερο μέρος της ταινίας όταν εκείνη παραμένει έγκλειστη και κρατείται χωρίς να έχει συλληφθεί στο αστυνομικό τμήμα ενώ ένα πλήθος εξοργισμένων μαζί της ανδρών απ’ έξω είναι έτοιμο να τη λιντσάρει. Οι ετοιμοπαράδοτες ευκολίες δίνουν και παίρνουν ενώ το στόρι μοιάζει να κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του αφήνοντας όλα τα ερωτηματικά γύρω από τον σεξισμό, τη θρησκεία και την ίδια την Πετρούνια σαν χαρακτήρα, στο πρωταρχικό στάδιο της έκθεσης, χωρίς επαρκή ή πειστική διερεύνηση. Έστω κι έτσι όμως, η εικόνα της γυναίκας που πέφτει στο νερό διεκδικώντας μια ισότιμη σχέση με τους άντρες απέναντι στον θεό και την εκκλησία, έχει ισχυρό αντίκτυπο με τρόπο που εντυπώνεται στο μυαλό προς όφελος της ταινίας. Βραβευμένη με το Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου. (2019)

RBG: Μια ζωή για τη δικαιοσύνη (RBG) / ***
Σκηνοθεσία: Τζούλι Κοέν και Μπέτσι Γουέστ

Η ζωή και οι αγώνες της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ (δεύτερη γυναίκα αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ) που έφτασε να γίνει σύγχρονο pop culture φαινόμενο χάρη στους μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες της που εγκαθίδρυσαν για τις γυναίκες ισότιμα δικαιώματα με τους άντρες στο αμερικανικό πολιτειακό και κοινωνικό σύστημα. Χωρίς κινηματογραφική αύρα, ωστόσο πλήρες στο πληροφοριακό του μέρος και συμπαγές στη διάρκεια των 97 του λεπτών βιογραφικό ντοκιμαντέρ της διάσημης 85χρονης δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ από τις προερχόμενες από την τηλεόραση σκηνοθέτριες και παραγωγούς Τζούλι Κοέν και Μπέτσι Γουέστ. Για όσους έχουν δει το βιογραφικό δράμα «Η αρχή της ισότητας» της Μίμι Λέντερ (προβλήθηκε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2019) που εκθέτει με χολιγουντιανή τυπικότητα την οικογενειακή ζωή και τη δράση της Γκίνσμπεργκ στα πρώτα στάδια της δικηγορικής καριέρας της και τις πρώτες επιτυχίες της, το ντοκιμαντέρ των Κοέν και Γουέστ μοιάζει αρχικά πανομοιότυπο με την ταινία της Λέντερ. Ωστόσο, καθώς εξελίσσεται - με επίκεντρο την εμβόλιμη στην αφήγηση, εμπνευσμένη ομιλία της το 1993, κατά την ακροαματική διαδικασία επικύρωσης του χρίσματός της ως μέλους του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ - αποκαλύπτονται στέρεα και λεπτομερώς οι πληροφορίες για τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο της καθώς και οι πρωτοβουλίες και η επιχειρηματολογία της που οδήγησαν σε επαναστατικές για την εποχή δικαστικές επιτυχίες εξασφαλίζοντας τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών, και όχι μόνο.

Η Γκίνσμπεργκ έφερε την επανάσταση στον συντηρητισμό του αμερικανικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος κάτι που αναγνωρίζεται στο ντοκιμαντέρ με την ανάλυση της ασύμβατης για τα δεδομένα του ’50 και αργότερα του ’60 και του ’70, δεδομένα της προσωπικής της ζωής, αλλά και τις περίοπτες συνεντεύξεις πολιτικών (Μπιλ Κλίντον, κ.α.), των εναγόντων που υπερασπίστηκε σε κομβικές υποθέσεις έως και τη σημερινή, εκτεταμένη απήχησή της στην αμερικανική κοινωνία που μοιάζει να την έχει σταθερά ανάγκη, ίσως και περισσότερο από ποτέ. Στην αποτύπωση της διαχρονικής σημαντικότητας του έργου της και της κληρονομιάς της με τρόπο που καθιστά (σε κλασική χολιγουντιανή δομή) την Γκίνσμπεργκ μια δημοκρατική φιλελεύθερη φιγούρα -πρότυπο δράσης στην υπηρεσία του συλλογικού οφέλους, έγκειται και η δύναμη του ντοκιμαντέρ, υποψήφιου για Όσκαρ στα βραβεία του 2019. (2019)

Οι Άγγελοι του Τσάρλι (Charlie’s Angels) / *1/2 
Σκηνοθεσία: Ελίζαμπεθ Μπανκς / Παίζουν: Ελίζαμπεθ Μπανκς, Κρίστεν Στιούαρτ, Ναόμι Σκοτ, Έλα Μπαλίνσκα, Λουίς Γκεράρδο Μέντεζ

Οι περίφημοι Άγγελοι του Τσάρλι συνεχίζουν να δουλεύουν για τον μυστηριώδη εκατομμυριούχο Τσαρλς Τάουνσεντ, του οποίου το ιδιωτικό πρακτορείο ερευνών έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως με ένα δίκτυο εκπαιδευμένων γυναικών ανά τον κόσμο, να στελεχώνουν διάφορες ομάδες Αγγέλων καθοδηγούμενες από διαφορετικά αφεντικά στις πιο απαιτητικές αποστολές. Στην ταινία, η Έλενα Χάφλιν, επιστήμονας και μηχανικός που έχει εφεύρει το Calisto, μία αειφόρο πηγή ενέργειας που μπορεί να μετατραπεί σε φονικό όπλο, απευθύνεται στους Αγγέλους για βοήθεια όταν η εφεύρεση της πέφτει στα λάθος χέρια.

Ναι, οι ηρωίδες της αγαπημένης τηλεοπτικής σειράς των ’70s που το Χόλιγουντ αναβίωσε σε μία ταιριαστά κιτσάτη και καρτουνίστικη εκδοχή στις αρχές τωνν ’00s με δύο ταινίες και τις Κάμερον Ντίαζ, Ντρου Μπάριμορ και Λούσι Λιου ως πρωταγωνιστική τριπλέτα, επανέρχονται με φουλ θηλυκό πρόσημο και τη σφραγίδα της ηθοποιού και σκηνοθέτη Ελίζαμπεθ Μπανκς (Pitch Perfect 2) στη σκηνοθεσία και το σενάριο, το οποίο η ίδια συνυπογράφει με τον Ελληνικής καταγωγής Έβαν Σπηλιωτόπουλος (Η πεντάμορφη και το τέρας, Ηρακλής).

Την ώρα που οι σύγχρονοι Άγγελοι - με επικεφαλής μια φανερά αμήχανη σε ρόλο action star Κρίστεν Στιούαρτ - αλλάζουν αμφιέσεις και μεταμφιέσεις εν ριπή οφθαλμού πριν από κάθε σκηνή κατατρόπωσης ανυποψίαστων αρσενικών, το φραντσάιζ όχι μόνο δεν φρεσκάρεται αλλά και «θάβεται» στον βωμό ενός ελάχιστα διασκεδαστικού, παλιάς κοπής στόρι κατασκοπείας, που κηρύττει σε βαθμό εξάντλησης τη γυναικεία ενδυνάμωση και την ισότητα των φύλων. (2019)

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ