Οσα πρέπει να ξέρετε για τα εµβόλια-ασπίδα κατά της µηνιγγίτιδας
(AP Photo/Alessandra Tarantino)

Οσα πρέπει να ξέρετε για τα εµβόλια-ασπίδα κατά της µηνιγγίτιδας

Τελευταία Ενημέρωση
Ο άνθρωπος αποτελεί τη µόνη πηγή µετάδοσης και το βακτήριο µεταδίδεται εύκολα από άτοµο σε άτοµο, είτε µέσω της αναπνευστικής οδού είτε µε την επαφή µε αναπνευστικές εκκρίσεις και σίελο

Γράφει η Άρτεμις Κ. Τσίτσικα*

Η μηνιγγίτιδα αποτελεί αιφνίδια λοίµωξη και τον χειρότερο εφιάλτη του ιατρού και του γονέα. Εχει απρόβλεπτη έναρξη, ενώ µπορεί να σηµειωθεί ακόµη και θάνατος σε 24 έως 48 ώρες από την αρχική εκδήλωση των συµπτωµάτων, σε ένα κατά τα άλλα απόλυτα υγιές άτοµο. Επιπλέον, για τους επιζώντες η νόσος µπορεί να προκαλέσει µόνιµη αναπηρία (απώλεια της ακοής, ακρωτηριασµό, ουλές στο δέρµα, επιληπτικές κρίσεις/σπασµούς). Η αιτία της µικροβιακής µηνιγγίτιδας είναι το µικρόβιο Neisseria meningitidis (µηνιγγιτιδόκοκκος), που προσβάλλει µόνο τους ανθρώπους, βρίσκεται στο πίσω µέρος της µύτης και του στόµατος και δεν ζει ελεύθερο στο περιβάλλον.

Ο άνθρωπος αποτελεί τη µόνη πηγή µετάδοσης και το βακτήριο µεταδίδεται εύκολα από άτοµο σε άτοµο είτε µέσω της αναπνευστικής οδού (σταγονίδια: βήχας, φτάρνισµα, οµιλία, φιλί) είτε µε την επαφή µε αναπνευστικές εκκρίσεις και σίελο (άµεση επαφή: κουτάλι, πιρούνι, ποτήρι, οδοντόβουρτσα κ.λπ.). Ο ρινοφάρυγγας των περισσότερων ατόµων αποικίζεται σε κάποια στιγµή της ζωής από τον µηνιγγιτιδόκοκκο, χωρίς να εµφανίσουν συµπτώµατα (ασυµπτωµατικοί φορείς). Τα ποσοστά φορείας είναι υψηλότερα σε πληθυσµούς εφήβων και ενηλίκων νεαρής ηλικίας. Η φορεία ενισχύεται σε συνθήκες συνωστισµού ή κλειστές κοινωνικές οµάδες, όπως οι µαθητικές ή φοιτητικές εστίες και τα στρατόπεδα.

Σχετικά µε την επιδηµιολογία της νόσου, η γεωγραφική κατανοµή συνεχώς µεταβάλλεται, καθιστώντας την αρκετά απρόβλεπτη. Στην Ευρώπη είναι σαφές ότι κυριαρχούνοι οροοµάδες Β & C, µε τον τύπο Β να αποτελεί τον πιο συχνό (~ 40 περιπτώσεις/έτος στην Ελλάδα) και επικίνδυνο. Η νόσος Β ξεκινά µε άτυπα συµπτώµατα και εξελίσσεται ραγδαία, µε σοβαρές επιπλοκές και µοιραία εξέλιξη σε περίπου 10%. Παρουσιάζει δικόρυφη καµπύλη επίπτωσης µε τα βρέφη & νήπια < 4 ετών σε µεγαλύτερο κίνδυνο – λόγω ανωριµότητας του ανοσολογικού συστήµατος, ενώ ακολουθεί η οµάδα των εφήβων 14-19 ετών.

Ο τρόπος ζωής των νέων (συγχρωτισµός σε χώρους ψυχαγωγίας, συµβίωση σε εστίες και χρήση κοινόχρηστων χώρων, ταξιδιών σε χώρες όπου υπάρχει υψηλή επίπτωση, συµπεριφορές υψηλού κινδύνου) τους καθιστά ευάλωτους. Οι νέοι είναι επίσης φορείς του µικροβίου (8- 10%) και µπορούν να το µεταδώσουν σε ευάλωτες οµάδες, όπως τα βρέφη και οι υπερήλικες που µπορεί να νοσήσουν. Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι η ανάπτυξη εµβολίων έναντι της οροοµάδας Β υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρηµα λόγω της µεγάλης µεταλλαξιογόνου ικανότητας του µικροβίου.

Ως αποτέλεσµα η ερευνητική δραστηριότητα στράφηκε στα πρωτεϊνικά αντιγόνα επιφανείας του µηνιγγιτιδοκόκκου, µε στόχο να καλυφθεί η ανοσοποικιλότητα. Υπάρχουν δύο εµβόλια για εφήβους (Bexsero και Trumenba) και δεδοµένου ότι η µηνιγγιτιδοκοκκική νόσος έχει ως συχνότερες εκδηλώσεις τις βαριές κλινικές µορφές της µηνιγγίτιδας ή/και της σηψαιµίας, το ατοµικό όφελος είναι αδιαµφισβήτητο για τον γενικό πληθυσµό των εφήβων και συνεπώς είναι καλό να εµβολιαστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι έφηβοι έπειτα από συνεννόηση γονέων και παιδιάτρων.

Τα µέτρα πρόληψης σε περίπτωση κρούσµατος (που ακόµη καταγράφονται, καθώς η εµβολιαστική κάλυψη στους εφήβους είναι σχετικά χαµηλή) περιλαµβάνουν καλό αερισµό των χώρων, σχολαστικό πλύσιµο των χεριών, αποµόνωση του ασθενούς έως και 48 ώρες µετά την έναρξη θεραπείας, χρήση µάσκας σε ιατρούς και νοσηλευτές και χορήγηση αντιβίωσης στα άτοµα που ήρθαν σε στενή επαφή µε τον άρρωστο (γονείς, αδέλφια, παιδιά στο σχολείο). ∆εν συνιστάται κλείσιµο των σχολείων και απολύµανση των χώρων, καθώς το µικρόβιο επιβιώνει για ελάχιστο χρόνο στο εξωτερικό περιβάλλον (παρά την επιµονή των ειδικών, το τελευταίο µέτρο συνεχίζεται να εφαρµόζεται στη χώρα µας). ∆υστυχώς, η γνώση των περισσότερων εφήβων και γονέων για τη νόσο, τα διαθέσιµα εµβόλια και τα µέτρα πρόληψης δεν είναι επαρκής, όπως διαπιστώθηκε σε µελέτη της ΜΕΥ.

*Η Άρτεμις Κ. Τσίτσικα, είναι επικ. καθηγήτρια Παιδιατρικής-Εφηβικής Ιατρικής, επιστ. υπεύθυνη Μονάδας Εφηβικής Υγείας (ΜΕΥ) Β’ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστηµίου Αθηνών, Νοσοκοµείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού»

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ