«Δεν είναι ειρηνευτική συμφωνία»: Πώς ο πόλεμος με το Ιράν αποδείχθηκε το μεγαλύτερο λάθος του Τραμπ
Ανάλυση του BBC για τη συμφωνία που μας επιστρέφει στο ίδιο σημείο που βρισκόμασταν 24 ώρες πριν από την έναρξη του πολέμου🕛 χρόνος ανάγνωσης: 8 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Ο πόλεμος κατά του Ιράν αποτελεί, μέχρι στιγμής, το σοβαρότερο στρατηγικό λάθος εξωτερικής πολιτικής που έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του.
Σύμφωνα με ανάλυση του BBC, ο πόλεμος δυσχεραίνει την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να αποτρέπουν τους αντιπάλους τους, ενώ έχει προκαλέσει και σοβαρές ρωγμές στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τις πετρελαιοπαραγωγές αραβικές μοναρχίες του Κόλπου.
Για τα κράτη αυτά, που έχουν οικοδομήσει την οικονομική και γεωπολιτική τους ισχύ πάνω στην εικόνα της σταθερότητας μέσα σε μια ταραγμένη περιοχή, η αποκατάσταση της αξιοπιστίας δεν θα είναι εύκολη και θα απαιτήσει χρόνια.
Παρασκηνιακά, αξιωματούχοι των χωρών του Κόλπου συζητούν ήδη την ανάγκη διαφοροποίησης των διεθνών συμμαχιών τους, αλλά και την εξεύρεση τρόπων συνύπαρξης με το Ιράν.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα παρακολουθεί προσεκτικά μια Αμερική που αναγκάστηκε να καταναλώσει πολύτιμα αποθέματα οπλικών συστημάτων, διαπιστώνοντας παράλληλα τα όρια της στρατιωτικής της ισχύος.
Μια συμφωνία που βάζει τα πράγματα στη θέση τους
Η συμφωνία, εφόσον δεν προκύψουν απρόοπτα της τελευταίας στιγμής, βάζει τέλος σε έναν πόλεμο που βασίστηκε σε λανθασμένες εκτιμήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ για τις πραγματικές δυνατότητες του αντιπάλου τους.
Σύμφωνα με τον Τραμπ, η συμφωνία προβλέπει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ την Παρασκευή 19/6, απομακρύνοντας μια σημαντική απειλή για την παγκόσμια οικονομία και για την καθημερινότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων που ήδη δοκιμάζονται από το αυξημένο κόστος ζωής.
Ωστόσο, το τίμημα του πολέμου είναι βαρύ. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη Μέση Ανατολή, ενώ κατοικίες και επιχειρήσεις καταστράφηκαν.
Παράλληλα, η διαταραχή στις μεταφορές πρώτων υλών μέσω των Στενών του Ορμούζ επηρέασε και την παραγωγή λιπασμάτων. Οι συνέπειες ενδέχεται να γίνουν αισθητές αργότερα μέσα στη χρονιά, με αυξημένο κίνδυνο επισιτιστικών προβλημάτων, ιδιαίτερα στις χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής.
Δεν πρόκειται για ειρηνευτική συμφωνία
Η συμφωνία που επιτεύχθηκε δεν συνιστά ειρηνευτική συνθήκη, καθώς τα δυσκολότερα ζητήματα μετατίθενται για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Μάλιστα, το πλήρες κείμενό της συμφωνίας, το οποίο σύμφωνα με τους διαπραγματευτές αποτελείται από 14 σημεία σε δύο σελίδες, δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.
Πέρα από την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, προβλέπει την παράταση της εκεχειρίας και την άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών από το αμερικανικό ναυτικό.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και το εύρος της άρσης των κυρώσεων που θα μπορούσε να προσφέρει η Δύση με αντάλλαγμα ιρανικές παραχωρήσεις.

Οι διαπραγματεύσεις που διακόπηκαν από τις βόμβες
Μια μέρα πριν την έναρξη του πολέμου, δηλαδή στις 27 Φεβρουαρίου, οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις προετοιμάζονταν για τα πρώτα πλήγματα, εξοπλίζοντας αεροσκάφη, ενημερώνοντας πληρώματα και προγραμματίζοντας πυραυλικούς στόχους.
Την ίδια ώρα, στη Γενεύη, αντιπροσωπείες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις που παρουσιάζονταν ως καθοριστικές για τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Πολλαπλές πηγές υποστηρίζουν ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές θεωρούσαν πως συμμετείχαν σε μια σοβαρή διαδικασία και είχαν ήδη καταθέσει προτάσεις αλλά και παραχωρήσεις.
Τότε, τα Στενά του Ορμούζ παρέμεναν ανοιχτά, επιτρέποντας τη διέλευση περίπου του 20% των παγκόσμιων αναγκών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καθώς και προϊόντων της πετροχημικής βιομηχανίας που αποτελούν βασικά συστατικά της σύγχρονης οικονομίας, από αγροτικά λιπάσματα μέχρι ημιαγωγούς.
Η νέα συμφωνία ουσιαστικά επιτρέπει την επανέναρξη των πυρηνικών διαπραγματεύσεων και την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά.
Με άλλα λόγια, επαναφέρει την κατάσταση σχεδόν στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν μόλις 24 ώρες πριν από την έναρξη του πολέμου.
Η λανθασμένη εκτίμηση για την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος
Στα πρώτα και πιο καταστροφικά χτυπήματα της σύγκρουσης, το Ισραήλ εξόντωσε τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και στενούς συνεργάτες του.
Την ίδια περίοδο, αμερικανικό πλήγμα κατέστρεψε σχολείο στη Μιναμπ του νότιου Ιράν. Σύμφωνα με έρευνες, περισσότεροι από 150 άμαχοι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους τουλάχιστον 120 παιδιά, κυρίως κορίτσια κάτω των 12 ετών.
Τόσο ο Τραμπ όσο και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρουσίασαν την έναρξη του πολέμου ως μια σύντομη και αποφασιστική επιχείρηση που θα οδηγούσε σε νίκη.
Οι δύο ηγέτες προέβλεπαν την κατάρρευση του καθεστώτος της Τεχεράνης. Αντί γι' αυτό, η επιβίωσή του το ενίσχυσε πολιτικά.
Το χειρότερο σενάριο για την ιρανική ηγεσία ήταν μια ολοκληρωμένη επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Η επιχείρηση αυτή πραγματοποιήθηκε αλλά δεν πέτυχε.
Οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι που επέζησαν βγήκαν από τη δοκιμασία περισσότερο ισχυροί και αποφασισμένοι.
Πιο επιθετική η ηγεσία της Τεχεράνη
Ο Χαμενεΐ και οι στενοί συνεργάτες του αντικαταστάθηκαν γρήγορα. Τη θέση του ανώτατου ηγέτη ανέλαβε ο γιος του, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ενώ στο προσκήνιο αναδείχθηκε μια νεότερη γενιά στρατιωτικών διοικητών, κυρίως από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.
Παρότι εξίσου ιδεολογικά προσηλωμένοι με τους προκατόχους τους, εμφανίζονται λιγότερο επιφυλακτικοί και περισσότερο πρόθυμοι να αναλάβουν ρίσκα σε αυτό που θεωρούν αγώνα επιβίωσης του ισλαμικού καθεστώτος.
Η νέα ηγεσία προχώρησε στην εφαρμογή μιας στρατηγικής που περιλάμβανε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και επιθέσεις εναντίον αραβικών κρατών της περιοχής, αμερικανικών βάσεων αλλά και του ίδιου του Ισραήλ.
Παράλληλα, οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ ότι οι αμερικανικές επιθέσεις είχαν παραλύσει τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις αποδείχθηκαν υπερβολικές.
Η δυσφορία του Ισραήλ
Παρόλο που το Ισραήλ υπήρξε πλήρης εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών στη διάρκεια του πολέμου, αποκλείστηκε από τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη συμφωνία, ενώ φαίνεται να αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα με έντονη δυσφορία.
Ο Νετανιάχου είχε δηλώσει στις (28/02) ότι περίμενε όλη του τη ζωή να έχει την ευκαιρία να καταστρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία, την οποία θεωρεί τον πιο επικίνδυνο εχθρό του Ισραήλ.
Αυτή τη στιγμή βέβαια, βρίσκεται αντιμέτωπος με σφοδρή κριτική από πολιτικούς αντιπάλους που τον κατηγορούν ότι έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας.
Οι πολιτικές συνέπειες αναμένεται να τον συνοδεύουν μέχρι τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές που πρέπει να διεξαχθούν πριν από τα τέλη Οκτωβρίου.

Οι επόμενες εστίες έντασης
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη σταθερότητα, παραμένει η πρόθεση του Ισραήλ να διατηρήσει τον έλεγχο εκτεταμένων περιοχών στον νότιο Λίβανο, από όπου έχουν εκδιωχθεί άμαχοι και έχουν καταστραφεί χιλιάδες κτίρια.
Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, έχει δηλώσει ότι η παρουσία του ισραηλινού στρατού σε περιοχές του Λιβάνου, της Συρίας και της Γάζας θα συνεχιστεί επ' αόριστον.
Ταυτόχρονα, ο Νετανιάχου δέχεται πιέσεις από σκληροπυρηνικούς υπουργούς και πολιτικούς συμμάχους για νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο, ενώ ορισμένοι ζητούν ακόμη και την προσάρτηση τμημάτων του νότου της χώρας.
Ο ίδιος καλείται πλέον να αποφασίσει αν είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αψηφώντας τον Τραμπ, ο οποίος έχει εκφράσει επανειλημμένα τη δυσαρέσκειά του προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Ένας πόλεμος χωρίς νικητές
Η αεροπορική επιδρομή του Ισραήλ στα νότια προάστια της Βηρυτού την Κυριακή θεωρήθηκε από πολλούς προσπάθεια υπονόμευσης των διαπραγματεύσεων σε μια κρίσιμη στιγμή.
Αντί όμως να τις εκτροχιάσει, φαίνεται ότι επιτάχυνε την ολοκλήρωσή τους, καθώς ο χρόνος εξαντλούνταν.
Παρά τη συμφωνία, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να μιλήσει κανείς για μια συνολική ιστορική προσέγγιση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, οι βαθιές ιδεολογικές διαφορές και η απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης καθιστούν ένα τέτοιο σενάριο εξαιρετικά μακρινό.
Ο ιρανικός λαός, στον οποίο ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ελευθερία κατά την έναρξη του πολέμου, εξακολουθεί να ζει υπό ένα αυταρχικό καθεστώς που είχε ήδη καταστείλει βίαια τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια οικονομική και στρατιωτική ισχύ.
Ωστόσο, η απόφαση του Τραμπ να οδηγήσει τη χώρα σε πόλεμο με το Ιράν, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με απελπισμένη κίνηση μιας υπερδύναμης, η οποία δυσκολεύεται να διατηρήσει την κυριαρχία της σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα.

Γιατί ήρθε στην Αθήνα ο γιος του Χαφτάρ - Ποια θέματα μπήκαν στο τραπέζι
Η απειλή του 25%, το τέλος του Φάμελλου και η αμερικανική απόβαση στον Κυπαρισσιακό
«Δεν είναι ειρηνευτική συμφωνία»: Πώς ο πόλεμος με το Ιράν αποδείχθηκε το μεγαλύτερο λάθος του Τραμπ
Κυκλοφοριακό: «Ξεκλειδώνει» η Μεταμόρφωση, στην αναμονή Ελευσίνα - Οινόφυτα και αστική σήραγγα Ηλιούπολης
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr




