Την προηγούμενη εβδομάδα, στη γαλήνια Αρχαία Κόρινθο, δεν απλώθηκε μόνο η καλοδεχούμενη σκιά του Ακροκόρινθου, του απότομου βράχου-οχυρού που δεσπόζει στον ορίζοντα, ξεπροβάλλοντας πίσω από τον εμβληματικό ναό του Απόλλωνα. Βάρυνε και η σκιά της απώλειας του Charles K. Williams II. Ο πρώην διευθυντής των Ανασκαφών της Κορίνθου και πρόεδρος του Δ.Σ. της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας (ΑΣΚΣΑ), που «σφράγισε» με την παρουσία της το αρχαιολογικό τοπίο του μικρού χωριού, έφυγε στα 96 του, ύστερα από 64 χρόνια ενεργής συμμετοχής.Το θλιβερό γεγονός τροποποίησε την καθιερωμένη ετήσια συνάντηση των Θησαυρών της Κορινθιακής Γης, ματαιώνοντας τις συλλογικές τους δράσεις στον όμορφο πεζόδρομο που περιβάλλει τον Αρχαιολογικό Χώρο. Έδωσε, ωστόσο, την ευκαιρία στους δημοσιογράφους που βρεθήκαμε εκεί να γνωρίσουμε διαφορετικές πλευρές της κορινθιακής γαστρονομίας, ανάμεσα στις οποίες ήταν και μια εξόχως ενδιαφέρουσα περιήγηση στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου: αυτή τη φορά εστιάζοντας σε ευρήματα που αφορούν την τροφή.Διατροφικές διαδρομές στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αρχαίας ΚορίνθουΜε 130 χρόνια ιστορίας στην ανασκαφική δραστηριότητα, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τον τεράστιο πλούτο ευρημάτων που διαθέτει η Αρχαία Κόρινθος. Ένα μέρος του είναι ήδη εκτεθειμένο στο μικρό, πανέμορφο Μουσείο της, πραγματικό αρχιτεκτονικό κόσμημα της δεκαετίας του 1930. Το μεγαλύτερο, όμως, τμήμα του καρτερά υπομονετικά κρυμμένο σε Αποθήκες τη δημιουργία ενός νέου χώρου, ικανού να υποδεχτεί τους αρχαιολογικούς θησαυρούς με σύγχρονους μουσειακούς όρους.«Οι Αμερικανοί κατέγραψαν ότι ξεκίνησαν την πρώτη ανασκαφή τους και αμέσως μετά έφυγαν για να παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα», λέει η Ιουλία Τζώνου, αναφερόμενη στα παλιά ημερολόγια των αρχαιολόγων της Αμερικανικής Σχολής και στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, καθώς μας υποδέχεται στο χώρο.Αρχαιολόγος και η ίδια και αναπληρώτρια διευθύντρια των Ανασκαφών Κορίνθου της ΑΣΚΣΑ, μας οδήγησε, χάρη στη φιλοξενία του Συλλόγου Επαγγελματιών Αρχαίας Κορίνθου (ΣΕΑΚ) και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας, σε μια αλλιώτικη μουσειακή διαδρομή, που αυτή τη φορά δεν στάθηκε ούτε στους περίφημους Δίδυμους Κούρους της Κλένιας ούτε στα εκπληκτικά ευρήματα του Ασκληπιείου, αμφότερα από τα πλέον διάσημα εκθέματα του Μουσείου. Αντιθέτως, μας ταξίδεψε στην Αρχαία και τη Φραγκική Κόρινθο μέσα από εκθέματα που σχετίζονται με την τροφή, είτε αυτή αφορούσε λατρευτικές τελετουργίες είτε ένα ακμάζον εμπόριο στα πέρατα του κόσμου ή ακόμη σκεύη μαγειρικής που αποκάλυπταν το είδος της τροφής της εποχής τους.Παστά ψάρια Ατλαντικού 2.500 ετών και κρασί απ' τη ΧίοΗ πρώτη μας στάση έγινε μπροστά σε ένα σπανιότατο –αν όχι μοναδικό– έκθεμα: έναν αμφορέα των μέσων του 5ου αι. π.Χ. μαζί με ενιαία κομμάτια από λέπια παστών ψαριών, κάτι που δεν θα δεις σε άλλα μουσεία. Το δοχείο συντήρησης και μεταφοράς, με το πολύτιμο περιεχόμενό του βρέθηκε στο λεγόμενο Κτήριο των Καρχηδονιακών Αμφορέων. «Είναι ένα από τα καταπληκτικά ευρήματα του Williams, εφόσον μιλάμε για γαστρονομία», υπογραμμίζει η κ. Τζώνου. Το εν λόγω κτήριο, χτισμένο σε ένα πολυσύχναστο τρίστρατο του 5ου αι. π.Χ., θα μπορούσε να είναι μαγαζί ή ταβερνείο, καθώς στο εσωτερικό του βρέθηκαν σπασμένοι αμφορείς βρέθηκαν σπασμένοι αμφορείς από τη Χίο, τη Χαλκιδική, τη Σάμο, τη Λέσβο, τη Σικελία και την Ισπανία, κάποιοι με υπολείμματα παστών ψαριών του Ατλαντικού Ωκεανού. Συγκεκριμένα, απομεινάρια από τόνους, που διατηρήθηκαν ακριβώς επειδή είχαν στεγνώσει και φυλαχθεί σε αμφορείς, οι οποίοι στη συνέχεια καλύφθηκαν από ασβέστη.«Αυτού του τύπου οι αμφορείς, οι λεγόμενοι “καρχηδονιακοί”, κατασκευάζονταν στην Ισπανία, τα δε παστωμένα με αλάτι ψάρια δεν ήταν μεσογειακά», σημειώνει η αρχαιολόγος, βάζοντας φωτιά στη φαντασία μας για τις γαστρονομικές συνήθειες των Αρχαίων Κορινθίων. Δεδομένου ότι ζώντας σχεδόν δίπλα στο κύμα είχαν και θαλασσινά δικά τους και αλάτι και κρασί, ποια ανάγκη εξυπηρετούσαν άραγε τα «εισαγόμενα» ισπανικά παστά ή ο χιώτικος οίνος; Μήπως ήταν είδη πολυτελείας; Γεύσεις πιο «γκουρμέ» από τις συνήθεις τοπικές, τυλιγμένες με τη γοητεία του μακρινού και του δυσεύρετου; Ή ήταν άλλοι οι λόγοι που βρέθηκαν εκεί;Πάντως, εκτιμάται ότι τα υπολείμματα τροφικών προϊόντων που ανακαλύφθηκαν στην ανασκαφή ήταν εκείνα που δεν πουλήθηκαν, καθώς ο χώρος φαίνεται να λειτούργησε με την αρχική του χρήση (όποια και αν ήταν αυτή) για περίπου 40 χρόνια μέχρι τις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η διακοπή, δηλαδή, της εμπορικής ή διαμετακομιστικής δραστηριότητας πιθανότατα σχετίζεται με τις πολεμικές εξελίξεις και τον περιορισμό της θαλάσσιας διακίνησης που αυτές επίφεραν, τερματίζοντας τις μέρες της ειρήνης και μαζί με αυτές της ευζωίας και των ...ντελικάτων απολαύσεων.Ωστόσο, όπως επισημαίνει η κ. Τζώνου, μέχρι τότε «οι Κορίνθιοι έφταναν στην Ισπανία». Και ας θέλει ο Θουκυδίδης να παρουσιάζει τους Πελοποννήσιους ως τους μονίμως προσκολλημένους στη γη τους ανθρώπους και τους Αθηναίους ως τους μόνους λάτρεις της περιπέτειας. «Φιλοαθηναϊκή προπαγάνδα», λέει χαριτολογώντας.Ψωμάκια, κόλλυβα και τροφικές προσφορές στη θεά ΔήμητραΚάποια από τα αναθήματα, πολύ λίγα, από το Ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, που συναντάμε στην επόμενη στάση μας στο Μουσείο, συμπληρώνουν ένα ακόμη κομματάκι στο παζλ της αρχαίας διατροφής, καθώς, παρατηρώντας τα, βγάζουμε τα συμπεράσματά μας όχι μόνο για τις λατρευτικές συνήθειες της εποχής (αρχαϊκοί και κλασικοί χρόνοι), αλλά και για τις πρώτες ύλες που ευδοκιμούσαν στην περιοχή. Στην ανασκαφή του Ιερού από τους Ron Stroud και Ναυσικά Μπουκίδου βρέθηκαν πολλά ειδώλια της θεάς της γεωργίας, που κρατούν στην αγκαλιά τους το ιερό ζώο της, το γουρουνάκι, αλλά και στο χέρι τους έναν πυρσό, καθώς η Δήμητρα εμφανίζεται σταθερά να αναζητά την απαχθείσα κόρη της, Περσεφόνη. Κάποια από αυτά εκτίθενται μαζί με μικρά ομοιώματα λίκνων, των δίσκων, με άλλα λόγια, όπου λιχνιζόταν το στάρι, καθώς και αντίγραφα τροφών, κυρίως από ψωμάκια, που προσφέρονταν στη θεά μαζί με πραγματικά ψωμιά, αλλά και κόλλυβα, λέξη που χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι. Εκτίθενται ακόμη κέρνοι, μικρά κύπελλα για την τοποθέτηση σπόρων από δημητριακά, ρόδια και σταφύλια, ευρήματα που συνδέονται με την περίφημη γιορτή των Θεσμοφορίων. Ειδικά για το ψωμί, η αρχαιολόγος αναφέρει ότι παρασκευαζόταν σε πολύ διαφορετικά σχήματα και σε μεγάλη ποικιλία γεύσεων, που το καθένα είχε και το όνομά του. Κατά περίπτωση φαίνεται πως αξιοποιούνταν διαφορετικά υλικά, όπως τυρί ή μέλι.Ψωμί, σιτάρι, σπόροι, μέλι, τυρί, σταφύλια, ρόδια εμφανίζονται, λοιπόν, μέσα σε ένα τελετουργικό πλαίσιο, ωστόσο μας επιτρέπουν να φανταστούμε και το είδος των τροφών και των τροφίμων που γνώριζαν και δημιουργούσαν με αυτά οι Αρχαίοι, όχι μόνο για τα εδέσματα προς τους θεούς αλλά και για το καθημερινό τους τραπέζι. Η κ. Τζώνου συμπληρώνει την εικόνα της αρχαίας κορινθιακής διατροφής, μνημονεύοντας το περίφημο Ναυάγιο στο Στενό του Ότραντο. Από το φορτίο του βυθισμένου κορινθιακού πλοίου, που είχε προορισμό την Ιταλία, τον 7ο π.Χ. αιώνα, έχουν ανασυρθεί περισσότερα από τριακόσια πενήντα αγγεία, κάποια απ’ τα οποία περιείχαν κρασί και ελιές.Οι δύο χύτρες και οι διαφορετικές διατροφικές συνήθειες στη Φραγκική ΚόρινθοΗ επόμενη στάση μάς μεταφέρει αρκετούς αιώνες αργότερα, στη Φραγκική Κόρινθο του 13ου αιώνα. Η «Φραγκική Συνοικία», η οποία μάλιστα άνοιξε πρόσφατα για το κοινό, αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό σύνολο που ανέσκαψε ο αείμνηστος Williams –αυτή τη φορά στη δεκαετία του ’90. Από διατροφική άποψη, εξόχως ενδιαφέροντα είναι δύο εκθέματα του μουσείου, που παραθέτουν δίπλα δίπλα δύο διαφορετικούς τύπους μαγειρικών χυτρών: τη βυζαντινή χύτρα, με πολύ χαμηλό χείλος, και τη φράγκικη χύτρα, με πολύ βαθύ χείλος. Η αρχαιολόγος προχωρά σε μια ερμηνεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα διατροφικά ήθη της περιόδου: οι διαφορετικοί τύποι αγγείων μπορεί να αντανακλούν διαφορετικές διατροφικές πρακτικές για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με την υπόθεση που διατυπώνει η κ. Τζώνου, οι Βυζαντινοί μαγείρευαν περισσότερα όσπρια, που δεν αφρίζουν ιδιαίτερα, όπως φακές και φασόλια, ενώ οι Φράγκοι, όπως γνωρίζουμε και από τις πηγές, κατανάλωναν περισσότερο κρέας. Η βαθύτερη χύτρα, επομένως, θα ήταν καταλληλότερη για το μαγείρεμα κρεατικών, που παράγουν πολύ περισσότερο αφρό.Όταν οι γεύσεις και τα σκεύη αφηγούνται ιστορίες αιώνωνΑπό τα παστά ψάρια του Ατλαντικού που έφταναν στην Κόρινθο και τα τυρόψωμα ή τα μελόψωμα που προσφέρονταν στη θεά Δήμητρα μέχρι τις κορινθιακές χύτρες των Βυζαντινών και των Φράγκων, πλήθος ευρημάτων φωτίζουν διαφορετικές όψεις της διατροφής και εντέλει της κοινωνικής και εμπορικής ζωής της αρχαίας και μεσαιωνικής πόλης. Μια επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου, μέσα από αυτό το πρίσμα, αναδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο γιατί τελικά η τροφή δεν είναι μόνο το φαγητό στο τραπέζι: είναι ο ανθρώπινος πολιτισμός, οι μικρές καθημερινές ιστορίες και η μεγάλη Ιστορία μαζί.