Ο Ερντογάν παλεύει για την πολιτική του επιβίωση
(Presidential Press Service via AP, Pool)

Ο Ερντογάν παλεύει για την πολιτική του επιβίωση

Ο 65χρονος Τούρκος πρόεδρος μπορεί να μην είναι υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές της Κυριακής, έχει όμως πάρει επάνω του την προεκλογική εκστρατεία, δίνοντας την εντύπωση ότι το διακύβευμα θα είναι η ίδια η κεντρική εξουσία, εν μέσω δημοσκοπήσεων που θέλουν το AKP να χάνει όλες τις μεγάλες πόλεις

Η τελευταία φορά που ο ίδιος ο Ερντογάν πήρε μέρος ως υποψήφιος σε δημοτικές εκλογές στην Τουρκία ήταν ακριβώς πριν 25 χρόνια, το Μάρτιο του 1994, στην Κων/πολη, τότε με το Κόμμα Ευημερίας (Refah Partisi) του Νετζμετίν Ερμπακάν.

Πίσω στο παρόν, ο 65χρονος πια Τούρκος πρόεδρος διατρέχει τη γείτονα χώρα από άκρη σε άκρη στο δρόμο προς τις κρίσιμες δημοτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου, πραγματοποιώντας έως και πέντε διαφορετικές ομιλίες ημερησίως, με το κασκόλ της εκάστοτε τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας πάντοτε στο λαιμό και το δάκτυλο υψωμένο στον ουρανό, να φοβερίζει όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς «εχθρούς» της Τουρκίας. Από «εχθρούς» και «απειλές» δε… άλλο τίποτα.

Ο Ερντογάν μπορεί πλέον να μην είναι υποψήφιος για τη δημαρχία κάποιας πόλης, έχει όμως πάρει επάνω του ολόκληρη της προεκλογική εκστρατεία του κυβερνώντος ισλαμοσυντηρικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) ωσάν να ήταν, δίνοντας μάλιστα την εντύπωση ότι το διακύβευμα στις αυτοδιοικητικές κάλπες της ερχόμενης Κυριακής θα είναι η ίδια η κεντρική εξουσία.

Για τον 65χρονο ηγέτη και τους συν αυτώ, οι εκλογές της ερχόμενης Κυριακής αποτελούν «ζήτημα επιβίωσης». Σε μια προσπάθεια να αποπροσανατολίσει τους ψηφοφόρους από τα πραγματικά προβλήματα της κατακόρυφης ανόδου των τιμών, της ανεργίας και της οικονομικής ύφεσης, το ισλαμοσυντηρητικό στρατόπεδο διαμηνύει ότι από το αποτέλεσμα της κάλπης πρόκειται να κριθεί η ίδια… η επιβίωση της Τουρκίας.

Στην πραγματικότητα ωστόσο, πολλοί εκτιμούν ότι εκείνο που πρόκειται να κριθεί είναι επί της ουσίας η πολιτική «επιβίωση» του ιδίου του Ερντογάν στο δρόμο προς τις επόμενες κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις (προεδρικές και βουλευτικές) του 2023, ενός έτους επετειακού καθώς τότε συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκίας.  

Διότι μόνο με όρους πολιτικής επιβίωσης μπορεί να εξηγήσει κανείς την προεκλογική πρεμούρα του Ερντογάν να «μιλήσει» σε όλες τις γωνιές της χώρας, την «τρομολαγνική» του ρητορική, τις συνολικά εκατοντάδες προεκλογικές του ομιλίες ή ακόμη και… την ξαφνική «δυσπιστία» που εκείνος εκφράζει εσχάτως ως προς την πραγματική αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων.

Εάν πιστέψουμε πάντως της σφυγμομετρήσεις (εταιρειών όπως είναι οι ORC, MAK, PollMark, Rawest κ.α.), τότε το ισλαμοσυντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν, που κατεβαίνει στις δημοτικές εκλογές σε κοινό μέτωπο με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ως «Συμμαχία του Λαού» («Cumhur İttifakı»), κινδυνεύει σοβαρά να χάσει τη δημαρχία πόλεων όπως είναι η Κων/πολη, η Άγκυρα, τα Άδανα και η Προύσα, πέρα από τη Σμύρνη που την έχει ήδη χαμένη καθώς εκείνη αποτελεί παλαιόθεν προπύργιο του αντιπολιτευόμενου κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP).

Γράφοντας στην εφημερίδα «Yeniçağ», ο Αχµέτ Τακάν (προ)βλέπει πιθανές εκλογικές ήττες των ισλαμο-εθνικιστών του Ερντογάν σε Αγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Προύσα, Αδανα, Αττάλεια, Σαµψούντα, Χατάι (Αντιόχεια), Σανλιούρφα, Αντιγιαµάν και Μπαλίκεσιρ.

Κλειδί οι Κούρδοι

Το φιλοκουρδικό Κόμμα Δημοκρατίας των Λαών (HDP) από την άλλη, μια παράταξη εκατοντάδες στελέχη της οποίας έχουν είτε καθαιρεθεί είτε οδηγηθεί στη φυλακή ως «τρομοκράτες» από το καθεστώς Ερντογάν, εμφανίζεται (σύμφωνα με την εταιρεία δημοσκοπήσεων «Rawest Araştırma») έτοιμο να «σαρώσει» συγκεντρώνοντας ποσοστά κοντά στο 60% στις επαρχίες Ντιγιάρμπακιρ, Βαν και Μαρντίν στα νοτιοανατολικά της χώρας. Το HDP δεν κατεβάζει δικούς του υποψηφίους σε μεγάλες πόλεις όπως είναι η Κων/πολη, η Άγκυρα και η Σμύρνη, όπου αναμένεται να στηρίξει (άμεσα ή έμμεσα) τους υποψηφίους της αντιπολιτευόμενης «Συμμαχίας του Έθνους» («Millet İttifakı»). Ο λόγος για μια συμμαχία κεντρική θέση στην οποία κατέχουν το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου και το καλούμενο Καλό Κόμμα (İyi Party) της προερχόμενης από την ακροδεξιά Μεράλ Ακσενέρ.    

Στην Κων/πολη το στρατόπεδο Ερντογάν κατεβαίνει με υποψήφιο δήμαρχο τον άλλοτε πρωθυπουργό Μπιναλί Γιλντιρίμ ενάντια στον προερχόμενο από το CHP, Εκρέμ Ιμάμογλου, με τις δημοσκοπήσεις μάλιστα να δείχνουν ντέρμπι.

Στην Άγκυρα ωστόσο από την άλλη, ο Μανσούρ Γιαβάς του αντιπολιτευόμενου κεμαλικού CHP εμφανίζεται να οδεύει προς μια ενδεχομένως άνετη νίκη (με διαφορά 4 έως και 10 ποσοστιαίων μονάδων) ενάντια στον «ερντογανικό» Μεχμέτ Οζχασεκί.

Για την ιστορία, αξίζει να σημειωθεί ότι οι ισλαμιστές ελέγχουν την Άγκυρα αδιαλείπτως από το 1994, με δήμαρχο μάλιστα επί σειρά 24 ετών τον «υπεργραφικό» Μελίχ Γκιοκτσέκ. Πιθανή απώλεια της εμβληματικής τουρκικής πρωτεύουσας, θα αποτελούσε πρωτοφανές πλήγμα για τον Ερντογάν και το AKP, σε επίπεδο όχι μόνο συμβολικό αλλά και καθαρά πρακτικό.

Και μόνο στην πιθανότητα, λοιπόν, μιας τέτοιας απώλειας, η πλευρά Ερντογάν είναι πια λογικό να πανικοβάλλεται, με τον πανικό της μάλιστα να τροφοδοτεί ακόμη και σενάρια περί επισπευσμένων νέων πρόωρων γενικών εκλογών στην Τουρκία… πριν το 2023.

Αγκάθι η οικονομία

Η «λαμπρή» πορεία της τουρκικής οικονομίας, κυρίως τα έτη από το 2002 (οπότε το ισλαμοσυντηρητικό AKP πρωτοεξελέγη στην κυβέρνηση) έως και το 2007, ήταν εκείνη που κατά κοινή ομολογία συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να παγιώσει τον Ερντογάν στην εξουσία, πρώτα ως πρωθυπουργό και εν συνεχεία, από το 2014 και μετά, ως πρόεδρο, τον πρώτο μάλιστα δημοκρατικά εκλεγμένο στα τουρκικά χρονικά.

Εκείνα τα οικονομικά στοιχεία, ωστόσο, που ανέδειξαν τον Ερντογάν, έρχονται τώρα να στραφούν εναντίον του, ως η αχίλλειος πτέρνα του ισλαμοσυντηρητικού καθεστώτος. Η τουρκική οικονομία έχει πια εισέλθει σε φάση ύφεσης, για πρώτη φορά έπειτα από δέκα χρόνια (από τα μέσα του 2009 και μετά). Τα δύο τελευταία τρίμηνα του 2018 έκλεισαν με διαδοχικές συρρικνώσεις, της τάξεως του 1,6% και 2,4% αντίστοιχα.

Ο πληθωρισμός πλέον κυμαίνεται κοντά στο 20% και η ανεργία κοντά στο 13,5% (το μεγαλύτερο ποσοστό μετά το 2010), με την ανεργία όμως μεταξύ των νέων (έως 24 ετών) να κινείται ακόμη ψηλότερα, κοντά στο 25%, ενώ παράλληλα περίπου το 25% των ανέργων (ένας στους τέσσερις) είναι πτυχιούχοι πανεπιστημίου. Μέσα σε ένα τέτοιο προβληματικό περιβάλλον είναι που η τουρκική λίρα συνεχίζει να χάνει αξία έναντι του δολαρίου (έχοντας ήδη υποχωρήσει κατά 30% μέσα στο 2018) ενώ παράλληλα οι τιμές των βασικών αγαθών στη χώρα ανεβαίνουν.

Μόνο μέσα στους πρώτους δύο μήνες του 2019, οι τιμές των τροφίμων στην Τουρκία αυξήθηκαν κατά 13,2%, με την αντίστοιχη αύξηση να ξεπερνάει το 30% για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2018 έως και τον Ιανουάριο του 2019. Ως αποτέλεσμα, το 63,6% των πολιτών εμφανίζεται πια να δηλώνει (σε δημοσκόπηση του ιδρύματος «Sosyal Demokrasi Vakfı» με ημερομηνία δημοσίευσης 7 Μαρτίου) ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε μέσα στο 2018, ενώ το 44% όσων είχαν ψηφίσει AKP στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές του 2014 πλέον δηλώνουν… αναποφάσιστοι. 

Αγία Σοφία, Γκολάν και γκρίνια εκ των έσω

Η οικονομία αποτελεί πια το νούμερο-ένα ζήτημα στα μάτια της συντριπτικής πλειονότητας των Τούρκων ψηφοφόρων εν όψει των αυτόδιοικητικών εκλογών της Κυριακής, αυτό είναι σαφές, με τον πρόεδρο Ερντογάν όμως από την πλευρά να στέλνει τη μπάλα στην εξέδρα, προς την κατεύθυνση άλλων θεμάτων όπως είναι για παράδειγμα η επαπειλούμενη μετατροπή της Αγίας Σοφίας από μουσείο σε τέμενος και η κίνηση των ΗΠΑ να αναγνωρίσουν ως «νόμιμη» την ισραηλινή «κατοχή» στα συριακά υψίπεδα του Γκολάν.

Η αποπροσανατολιστική τακτική του Τούρκου προέδρου θα μπορούσε ίσως να τύχει απήχησης, εάν δεν ήταν τόσο βαθιά τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας και τόσο προβληματικές οι σχέσεις της Άγκυρας με γείτονες και συμμάχους. Η στρατηγική του όμως στην πραγματικότητα μάλλον δεν αποδίδει, με αποτέλεσμα πια να εκδηλώνονται επικρίσεις ακόμη και μέσα από το φιλοκυβερνητικό στρατόπεδο.

Ο αρθρογράφος Κεμάλ Οζτούρκ αποδοκιμάζει ως «αναποτελεσματική» την προεκλογική εκστρατείας της κυβέρνησης, επικρίνοντας συγκεκριμένες επιλογές όπως ήταν η δαιμονοποίηση του HDP που γυρνάει μπούμερανγκ και η εναπόθεση προσδοκιών στους εθνικιστές ψηφοφόρους που παραμένουν αναποφάσιστοι. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι την κριτική του την εκφράζει μέσα από τις σελίδες όχι κάποιου αντιπολιτευόμενου εντύπου αλλά της άκρως «ερντογανικής» «Yeni Şafak».

Σε ανάλογο πνεύμα, ακόμη και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ, που κατεβαίνει ως υποψήφιος δήμαρχος με το AKP στην Κων/πολη, αναγκάστηκε να παραδεχτεί, με δηλώσεις του επίσης στη «Yeni Şafak», ότι η προεκλογική συζήτηση στη γείτονα πέρασε από τοπικά ζητήματα και θέματα πολύ σημαντικά όπως είναι η οικονομία, η ανεργία και τα όρια συνταξιοδότησης, σε άλλα ζητήματα «πολύ γενικά». «Νιώθω ότι αυτό είναι λάθος. Δεν εκλέγουμε πρόεδρο. Εκλέγουμε ανθρώπους για να διοικήσουν τις πόλεις μας», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Γιλντιρίμ… αποδομώντας όμως κατά αυτόν τον τρόπο την ίδια την προεκλογική στρατηγική του Ερντογάν.

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ