Σταύρος Τσιώλης: «Οι γυναίκες πρέπει να πάρουν τη διακυβέρνηση του κόσμου»

Σταύρος Τσιώλης: «Οι γυναίκες πρέπει να πάρουν τη διακυβέρνηση του κόσμου»

Τα µάτια του τελευταίου «µεγάλου» της εποχής της Φίνος Φιλµ λάµπουν από συγκίνηση

Ενώ η νέα του ταινία προβάλλεται στις αίθουσες, ο 82χρονος σκηνοθέτης Σταύρος Τσιώλης μιλά στο Έθνος για την επιστροφή του στο σινεμά, για τους σημερινούς ηγέτες, και τονίζει: «Οι άντρες μαλώνουν σαν τα ζώα, και αν συντηρείται η ζωή σήμερα, είναι από τις γυναίκες». 

Τα νέα παιδιά είναι η µεγάλη µου ελπίδα. ∆εν πρέπει να σταµατήσουν µε τίποτα. Ήδη έχω διαγνώσει ότι υπάρχουν πάνω από δέκα µεγάλα ταλέντα και έχουµε πρωτοπόρους. Με τον Αγγελόπουλο πήραµε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, µε τον Λάνθιµο µπήκαµε στην πεντάδα των Όσκαρ – και αργά ή γρήγορα o Γιώργος θα το κερδίσει το Όσκαρ». Τα µάτια του Σταύρου Τσιώλη, του τελευταίου «µεγάλου» της εποχής της Φίνος Φιλµ αλλά και πρωτοπόρου του νέου ελληνικού κινηµατογράφου, λάµπουν από συγκίνηση καθώς µας µιλάει για όλα όσα τον συνδέουν µε τη νέα γενιά Ελλήνων σκηνοθετών, την οποία ο ίδιος περιβάλλει µε αγάπη. Στα 82 του, ο Τσιώλης, τον οποίο οι νέοι γνωρίζουν καλά χάρη στο διαχρονικό σουξέ του «Ας περιµένουν οι γυναίκες» αλλά και στο ευφυές, λαϊκό, ελληνικότατο χιούµορ σηµείο αναφοράς των ταινιών του, µας µιλά µε όρεξη σε µια καφετέρια στα Εξάρχεια.

Καθώς συζητάµε, η µία ιστορία διαπλέκεται µέσα στην άλλη, ένα χαρακτηριστικό του που δεν φθίνει ποτέ. Αφορµή για τη συζήτησή µας είναι η δραµατική κοµεντί «Γυναίκες που περάσατε από δω», που προβάλλεται στις αίθουσες σε παραγωγή της Faliro House και διανομή της Toulip. Πρωταγωνιστές; Οι Κωνσταντίνος Τζούµας και Ερρίκος Λίτσης, σε ρόλους τσιλιαδόρων έξω από σπίτι αθηναϊκής συνοικίας να κρατούν τα προσχήµατα µιλώντας σε κάθε λογής περαστικούς -κυρίως σε γυναίκες που τους εξοµολογούνται το βαρύ προσωπικό τους φορτίο- µέχρι να ολοκληρωθούν οι παράνοµες εργασίες σε παρακείµενο σπίτι. Πρόκειται για ένα διαφορετικό φιλµ περιπλάνησης που ολοκληρώνει την άτυπη τριλογία «γυναικών», την οποία ξεκίνησε µε το «Παρακαλώ γυναίκες µην κλαίτε» (1992) και συνεχίστηκε θριαµβευτικά µε το «Ας περιµένουν οι γυναίκες» (1998). Έπειτα από 13 ταινίες και µία 14η η στα σκαριά, αλλά και µία κινηµατογραφική πορεία άνω των 40 χρόνων, ο Αρκάς σκηνοθέτης και στιχουργός Σταύρος Τσιώλης ανοίγει τα χαρτιά του για το παρόν και το µέλλον.

Επιστρέφετε στο σινεµά έπειτα από πολλά χρόνια απουσίας. Πώς το αποφασίσατε;

Μετά το «Φτάσαµεε!...» απογοητεύτηκα. Ήταν µια ταινία που την αποκήρυξα, κι ας ήταν µια τίµια, σκυλάδικη ταινία. Έπειτα από 13 χρόνια, στα 79 µου, αποφάσισα να ακούσω τη συµβουλή κάποιου που µου είπε ότι πρέπει να κλείσω την τριλογία για τις γυναίκες. Πάντα η λέξη «τριλογία» παίζει εµπορικό ρόλο. Βρήκα τυχαία τον τίτλο, τους δύο ήρωες που φυλάνε τσίλιες και τις γυναίκες που περνούν. Η ιδέα του road movie ήταν άλλου, όχι δική µου. Εγώ περιπλανιέµαι όχι πια σε τόπους -στην Πελοπόννησο, τη Μακεδονία, όπως έκανα πριν- αλλά µέσα από τους ανθρώπους. Αυτήν τη φορά ένιωσα ότι επρόκειτο για µια ταινία περιπλάνησης µέσα από τις γυναίκες. Νιώθω ότι οι γυναίκες πρέπει να πάρουν τη διακυβέρνηση του κόσµου. Οι άντρες µαλώνουν σαν τα ζώα, και αν συντηρείται η ζωή σήµερα, είναι από τις γυναίκες.

Γιατί όµως ένα µελαγχολικό, σχεδόν πικρό, σενάριο για γυναίκες που έχουν πληγωθεί και όχι ένα σενάριο πιο αισιόδοξο;

Έχεις δίκιο σε αυτό. Εγώ είµαι κατά βάση χαρούµενος άνθρωπος, όπως θα έχεις διαπιστώσει από τις ταινίες µου, που αναιρούν τη θλίψη και πάντα µε έναν τρόπο περνούν στην αποδοχή της ζωής. Αλλά όλη µου η εµπειρία τον τελευταίο καιρό µού δείχνει ότι κάτι αλλάζει πια στον κόσµο. Οι γυναίκες δεν είναι χαρούµενες. ∆εν βλέπω γυναίκες να αισιοδοξούν, να ερωτεύονται, να χαίρονται ακόµα και τον πόνο στον έρωτα.

Η ανησυχία σας αντανακλά τον πεσιµισµό της εποχής µας...

Μην ξεχνάς ότι έχω µία κόρη, µέσα από τα µάτια της οποίας βλέπω τη ζωή. Ζούµε σε έναν πολύ σκληρό κόσµο. Παγκοσµίως, καθηµερινά σκοτώνονται εκατοντάδες άνθρωποι σε πολλές χώρες. Οι γυναίκες συνέχεια προσπαθούν να δηµιουργήσουν τη ζωή, περπατάνε χιλιόµετρα να έρθουν στην Ευρώπη µε τα παιδιά τους αγκαλιά. Πόσες δεν πνίγονται σε αυτή τους την προσπάθεια να εξασφαλίσουν ένα µέλλον στα παιδιά τους; Την ίδια ώρα, οι άντρες είναι απίστευτοι σφαγείς. Εικοσάχρονοι Ισραηλινοί στρατιώτες χτυπάνε στο ψαχνό και σκοτώνουν παιδιά, εκατοντάδες άλλα πέφτουν νεκρά στη Συρία, την ίδια ώρα που µας απειλεί ακόµη ένας παγκόσµιος πόλεµος…

Οι σηµερινοί ηγέτες είναι ικανοί για το χειρότερο;

O Ποροσένκο κάλεσε την Αµερική να επέµβει εναντίον του Πούτιν. Ο Πούτιν πήρε την Κριµαία µε δηµοψήφισµα και έρχεται ο Ποροσένκο και καλεί το ΝΑΤΟ και κάνει τον µάγκα. Από την άλλη, έχουµε τον Τούρκο που κάνει και αυτός τον µάγκα χωρίς συµµάχους, µόνο µε τον Πούτιν. Λέω, λοιπόν, πού είναι οι άντρες; Πού είναι ένα κίνηµα για να διεκδικήσουµε να αλλάξουµε τον κόσµο, αντί να στεκόµαστε και να έχουµε αυτό που λέµε «παράπλευρες απώλειες», που είναι τα παιδιά και οι γυναίκες; ∆εν υπάρχει τίποτα ιερότερο από τις γυναίκες. Αυτές φέρνουν τη ζωή, αυτές είναι η δύναµη.

Η ανθρώπινη επαφή σάς απασχολεί, και ας µη δηλώνεται στην ταινία...

Την επιζητούσα πάντα στις «αντρικές» ταινίες µου. Οι γυναίκες, βέβαια, δεν έλειπαν, ήταν παρούσες και κινούσαν τα νήµατα. Είπα να τις βάλω σε πρώτο πλάνο στην αποχαιρετιστήρια ταινία µου – έτσι νόµιζα τότε. Μου βγήκαν λίγο θλιµµένες, αλλά είµαι τίµιος, δεν µου έβγαινε κάτι άλλο. Αν ζούσε ο Χρήστος Βακαλόπουλος, θα φτιάχναµε ένα κορίτσι που θα πίστευε µε έναν παράξενο τρόπο στον Θεό, σε ένα θαύµα. Θα γέµιζε η ταινία µε µια αισιοδοξία, µια οµορφιά, έστω και κάλπικη. Ενα κορίτσι µέσα από τη βαθιά πίστη του οποίου θα αναγεννιόταν η ζωή και ο έρωτας.

Με τον Χρήστο Βακαλόπουλο γράψατε µαζί σενάρια, συνσκηνοθετήσατε το «Παρακαλώ γυναίκες µην κλαίτε » (1992), εµπνευστήκατε το «Ας περιµένουν οι γυναίκες» (1998), που έχει φανατικό κοινό σήµερα. Τι θυµάστε από τότε;

Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε µέσα σε 20 µέρες. Γιατί; Γιατί µέσα µου ήταν στοιβαγµένο όλο το ΠΑΣΟΚ, για το οποίο δεν είχα ποτέ µίσος – δεν κρατάω µίσος στην καρδιά µου. Οι ατάκες έρχονταν από µόνες τους. Ύστερα, γράφτηκε µε έναν θεϊκό τρόπο: Μετά τον «Έρωτα στη χουρµαδιά», ξεκινήσαµε µε τον Χρήστο Βακαλόπουλο να πάµε προσκεκληµένοι στην Καβάλα, όπου θα µας φιλοξενούσε ο Αργύρης Μπακιρτζής. Η περιπλάνησή µας στα πέριξ της λίµνης Βόλβης, όπου αντί για το πολυτελές ξενοδοχείο στο οποίο έγινε κάποτε το Συνέδριο της Βόλβης βρήκαµε ένα κτίριο για ΚΑΠΗ, γέννησε την ταινία. Ρώτησα τον Χρήστο: Αν δύο έφευγαν και πήγαιναν στην Καβάλα και αντί για το πολυτελές ξενοδοχείο της Βόλβης έβρισκαν ένα ΚΑΠΗ, δεν θα είχε παιχτεί ένα παιχνίδι εις βάρος του κοσµάκη; Του Χρήστου του άρεσε η πολιτική διάσταση του πράγµατος και µου πρότεινε να βάζαµε και δύο Σουηδέζες που κάνουν µια µέρα διακοπές. Έτσι προέκυψε η ιστορία µε τους δύο ήρωες που κάνουν καταγγελία και ζητούν από το ΠΑΣΟΚ να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Πέθανε ο Χρήστος, πέρασαν πέντε χρόνια και µου ήρθε κι έγραψα το σενάριο µέσα σε 20 µέρες. Ήταν τυχερό. Υπήρχε µέσα στην ψυχή µου. Λυπάµαι βέβαια που δεν την είδε ο Χρήστος. Ήταν µια εποχή ολόκληρη. Είχαµε ζήσει όλη την σκληρότητα του ελληνικού κινηµατογράφου κι εµείς δεν σταµατήσαµε ποτέ µε χίλιες θυσίες και χρέη. Μας κυνήγαγε ακόµα και ο θεός ο ίδιος. Αλλά αυτό ήταν µια νίκη.

Και σήµερα είστε ακόµη στις επάλξεις. Συνεχίζετε τη δουλειά…

Την είχα για αποχαιρετιστήρια αυτή την ταινία, αλλά δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή. Έχω µια ταινία που ήθελα να την κάνω επί 40 χρόνια, αλλά δεν την έκανα ποτέ. Όταν ξαναγύρισα στον κινηµατογράφο το 1985, το έκανα λόγω του Γιώργου Αρβανίτη, διευθυντή φωτογραφίας µου σε όλες τις ταινίες της Φίνος Φιλµ. Τον είχα βρει µια µέρα στη λαϊκή αγορά. «Τι κάνεις», µου λέει, «γιατί 15 χρόνια µακριά από τον κινηµατογράφο;». Εγώ έλεγα ότι τον είχα αφήσει τον κινηµατογράφο τότε. Μου λέει: «Σε έναν µήνα θα έρθεις στο σπίτι να µου διαβάσεις το σενάριό σου». Άλλαξε τότε όλη µου η ζωή γυρίζοντας εκείνη την ταινία. Ο Γιώργος έβαλε τα τεχνικά µέσα και εγώ, επειδή τότε δούλευα πλασιέ σε είδη λαϊκής τέχνης, είχα βγάλει λίγα λεφτά που µας έφτασαν και κάναµε το «Μια τόσο µακρινή απουσία». Το άλλο σενάριο που είχα στα σκαριά ήταν το «Χιόνι», αλλά δεν µε άφησε ποτέ. Έφτασα 81 χρόνων και το «Χιόνι»… τίποτα.

Άρα πρόκειται για ταινία ζωής...

Έκλεψα από τη «Ροκ µπαλάντα» του Βαρδή το τρίστιχο «Είσαι µια ροκ µπαλάντα / Σ’ αγαπώ για πάντα χωρίς να ξέρω το γιατί / Ένα τραγούδι είσαι που πάντα µε εκδικείσαι γιατί δεν έχει ξεχαστεί». Οπότε, αφού δεν έχει ξεχαστεί, το έγραψα. Mια ταινία αποχωρισµού που θα γυριστεί στην Καλαµάτα. 

ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ