Οι ταινίες της εβδομάδας: Πρωτοχρονιά με Πολάνσκι, «Τζουμάντζι» και... Τσιμιτσέλη

Οι ταινίες της εβδομάδας: Πρωτοχρονιά με Πολάνσκι, «Τζουμάντζι» και... Τσιμιτσέλη

Τελευταία Ενημέρωση
Με δύο κινηματογραφικές πρεμιέρες μπαίνει το 2020 ενώ μία οικογενειακή περιπέτεια φαντασίας βγαίνει στις αίθουσες την πρώτη Πέμπτη της νέας χρονιάς

Η νέα, βραβευμένη στο Φεστιβάλ Βενετίας, ταινία του Ρομάν Πολάνσκι και το ελληνικό ρομαντικό δράμα με πρωταγωνιστές τους Γιάννη Τσιμιτσέλη και Κατερίνα Γερονικολού κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες την Πρωτοχρονιά. Το σίκουελ του προ διετίας «Jumanji» αποτελεί την οικογενειακή πρόταση για έξοδο από την Πέμπτη 2 Ιανουαρίου.

Κατηγορώ…! / J’accuse / *** ½
Σκηνοθεσία: Ρομάν Πολάνσκι / Παίζουν: Ζαν Ντιζαρντέν, Λουί Γκαρέλ, Εμανουέλ Σενιέ, Γκρεγκορί Γκαντεμπουά, Μελβίλ Πουπό, Ματιέ Αμαλρίκ, Βενσάν Περέζ

Στις 5 Ιανουαρίου, 1895, ο εβραϊκής καταγωγής λοχαγός του γαλλικού στρατού Άλφρεντ Ντρέιφους, κρίνεται ένοχος για κατασκοπεία και προδοσία και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στο Νησί του Διαβόλου αφού του έχει αφαιρεθεί ο στρατιωτικός του τίτλος. Ανάμεσα στους μάρτυρες της δημόσιας ατιμωτικής καταδίκης του Ντρέιφους είναι και ο μέντοράς του αντισυνταγματάρχης Ζορζ Πικάρ, ένας ισχυρός άνδρας του γαλλικού στρατού, προσηλωμένος στα καθήκοντα του, που όταν του ζητήθηκε βοήθησε στη σύλληψή του. Η ίδια απροσήλωση στο καθήκον θα κάνει τον Πικάρ να αμφισβητήσει τις παράτυπες μεθόδους κατασκοπείας των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών όταν τοποθετηθεί επικεφαλής της αρμόδιας υπηρεσίας και στη συνέχεια ανακαλύψει έναν άλλον κατάσκοπο, μαζί κι ένα δίκτυο ψευδεπίγραφων αποδείξεων και παρασκηνιακών διαβουλεύσεων που αποδεικνύουν την αθωότητα του Ντρέιφους.

Γέννημα-θρέμμα του αντισημιτισμού της εποχής και ιστορικά ένα πολύπλευρο σκάνδαλο κακοδικίας που συντάραξε τη Γαλλία στο κατώφλι του 20oύ αιώνα, η «υπόθεση Ντρέιφους» ξαναμεταφέρεται στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι (θυμίζουμε και το αμερικανικό φιλμ «Η ζωή του Εμίλ Ζολά» από τον Ουίλιαμ Ντίτερλε) υπό την φόρμα μιας κλασικότροπης γαλλικής ταινίας εποχής, ενεργοποιημένη στην εντέλεια σαν ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί σε ένα δριμύ, ωστόσο ψύχραιμα τεκμηριωμένο «κατηγορώ» κάτω από τους λεπτομερείς, προσεγμένους αφηγηματικούς ρυθμούς της. Οδηγός είναι το μπεστ σέλερ του Ρόμπερτ Χάρις «An Officer and a Spy» την σεναριακή εκδοχή του οποίου υπογράφει ο ίδιος ο συγγραφέας όπως έκανε και με τον «Αόρατο συγγραφέα», το έτερο πολιτικό βιβλίο του που ο Πολάνσκι μετέφερε στο σινεμά το 2010.

Σταθερά προσανατολισμένος στις σκοτεινές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής, εκφρασμένες εδώ στο ξενοφοβικό «κοινό αίσθημα» που είχε παρεισφρήσει στις δομές του γαλλικού κράτους εξουσίας και δη στην ιεραρχία του γαλλικού στρατού και στη δικαιοσύνη, ο Πολωνός σκηνοθέτης προσεγγίζει την περίπλοκη αλληλουχία της κατάδειξης των αληθινών γεγονότων πίσω από την ενοχοποίηση του Ντρέιφους σαν ένα συναρπαστικό δράμα που μεταλλάσσεται διαρκώς από το αστυνομικό θρίλερ στο δικαστικό. Η δράση και η αγωνία καθόλου δεν αποκλείονται από το κάδρο εναρμονισμένες με ένα καλοκουρδισμένο στους ρυθμούς του ψυχαγωγικού όσο και ακαδημαϊκού αφηγηματικού τέμπο που πετυχαίνει την αμέριστη προσήλωση του θεατή στην ανάδειξη κάθε μικρής λεπτομέρειας.

Η αθωότητα του Ντρέιφους αναδεικνύεται στην πολανσκική εκδοχή της «υπόθεσης Ντρέιφους» μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου εναρμονισμένου με το κλίμα της εποχής του αλλά και προσανατολισμένου στην υπηρεσία ενός αξιοκρατικού και δίκαιου κράτους το οποίο θέλει να υπηρετεί ακέραια. Η διαφύλαξη των κοινωνικών αξιών μέρος των οποίων είναι η τεκμηρίωση της αθωότητας ή της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι η ασπίδα και δύναμη των κοινωνιών που από καιρό σε καιρό, ανάλογα με την ιστορική περίσταση, κλονίζονται από τη συμπεριφορά του όχλου (εκφάνσεις αυτής είναι το βεβιασμένο «κατηγορώ», η επικράτηση μόνο ενός μέρος της αλήθειας στον δημόσιο βίο).

Υπό αυτό το πρίσμα προσεγγίζει ο Πολάνσκι τον Πικάρ και χωρίς να αποφεύγει εντελώς την παγίδα της σχηματικής απεικόνισης των αντιπάλων του, διαθέτοντας όμως έναν στιβαρό Ζαν Ντιζαρντέν, καταδεικνύει τους διεφθαρμένους μηχανισμούς δίωξης – ένα θέμα επίκαιρο σε κάθε εποχή της ανθρωπότητας – έχοντας βιώσει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να διώκεσαι διαρκώς στη δημόσια σφαίρα και να ζεις με το όνομά σου ατιμασμένο. Βραβευμένο με τον Αργυρό Λέοντα και το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. (2019)

Jumanji: Η επόμενη πίστα / Jumanji: The Next Level / **
Σκηνοθεσία: Τζέικ Κάσνταν / Παίζουν: Ντουέιν Τζόνσον, Τζακ Μπλακ, Κέβιν Χαρτ, Ακουαφίνα, Ντάνι Ντε Νίτο, Ντάνι Γκλόβερ

Η παρέα των εφήβων συμμαθητών Σπένσερ, Κρις, Μπέθανι και Μάρθα που επιβίωσαν από τις δοκιμασίες στην ζούγκλα του βιντεογκέιμ Jumanji, είναι πλέον φοιτητές και επιστρέφουν στα σπίτια και τη γειτονιά τους για τα Χριστούγεννα όμως ο Σπένσερ επιστρέφει κατά λάθος στο παιχνίδι και οι υπόλοιποι πρέπει να τον βρουν και να τον σώσουν έχοντας μαζί τους τον ατσούμπαλο παππού του Σπένσερ και τον παλιό φίλο και συνεργάτη του Μάιλο…

Από το Jumanji: Καλωσήρθατε στη ζούγκλα (2017) στο Jumanji: Η επόμενη πίστα (2019) μας χωρίζουν μόνο δυο χρόνια και μερικές χαβαλεδιάρικες αλλά άκρως επικίνδυνες πίστες βιντεογκέιμ, όπως θα διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε έχει δει την πρώτη ταινία – ένα εκσυγχρονισμένο σίκουελ του «Τζουμάντζι» (1995) με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς αιχμάλωτο τότε ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού. Σύσσωμο, λοιπόν, το καστ μαζί με τους νεοφερμένους Ντάνι Ντε Βίτο, Ντάνι Γκλόβερ και Ακουαφίνα, επιστρέφει για μια ακόμη εξόρμηση στα βάθη της ζούγκλας της εικονικής πραγματικότητας όπου κάθε στραβοπάτημα μπορεί να σημαίνει και θάνατος για τα άβαταρ των παικτών οι οποίοι μεταμορφώνονται σε «άλλους» σε αντίστιξη με τους πραγματικούς τους χαρακτήρες και τις πραγματικές τους μορφές. Το βασικό εύρημα, δηλαδή, για μια γκάμα όχι σκέτα αυτή τη φορά αυτοσαρκαστικών ερμηνειών των Τζόνσον, Μπλακ και Χαρτ, αλλά κατά βάση μιμητικών των προαναφερθέντων διάσημων ηθοποιών, που σε συνδυασμό με την περιπετειώδη αλά Ιντιάνα Τζόουνς (και με οποιαδήποτε παρεμφερές σουξέ κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής σειράς φαντασίας) αποστολή, προσφέρουν και τη διασκεδαστική παράμετρο του θεάματος.

Η δράση διευρύνεται εδώ σε άνυδρους αμμόλοφους με θανατηφόρες στρουθοκάμηλους, ανατολίτικα παζάρια, φαράγγια με γορίλες και παγωμένα βουνά, ωστόσο παραμένει πανομοιότυπη με αυτή του πρώτου φιλμ σε σημείο που πολλά ευρήματα επαναλαμβάνονται ως χαλαρότατο copy/paste ξανά στη βάση ενός προσχηματικού σεναρίου διαμορφωμένου στη λογική του βιντεογκέιμ. Οι Ντε Βίτο και Γκλόβερ ακόμα και ο Κόλιν Χανκς, φτυστός πλέον ο πατέρας του Τομ Χανκς, προσθέτουν κύρος στην οικογενειακή αυτή περιπέτεια που όντως -παρά το γνώριμο χολιγουντιανό αμπαλάζ της – διαθέτει περισσότερο νεύρο σε σύγκριση με το κινηματογραφικό ντεμπούτο της, ξανά υπό της σκηνοθετικές οδηγίες του Τζέικ Κάσνταν. (2019)

…Για πάντα / *
Σκηνοθεσία: Γιάννης Παπαδάκος / Παίζουν: Γιάννης Τσιμιτσέλης, Κατερίνα Γερονικολού

Ελληνικό ριμέικ εν είδει ρομαντικής δραμεντί του τουρκικού ερωτικού μελοδράματος «Issiz Adam» του Τσαγκάν Ιρμάκ, που προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες το 2009 με τον τίτλο «Πάντα μόνος». Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν μοναχικό νεαρό ιδιοκτήτη εστιατορίου που αρέσκεται στις εφήμερες σχέσεις μέχρι που γοητεύεται αναπάντεχα από μια όμορφη μοδίστρα (και επίσης ιδιοκτήτρια καταστήματος) που θα κυνηγήσει επίμονα και θα καταφέρει να «ρίξει».

Ωστόσο, ο ίδιος δεν φαίνεται να είναι έτοιμος για τη δέσμευση που ο ίδιος ξεκίνησε, ένα στοιχείο του χαρακτήρα του που δεν ψυχογραφείται και δεν αιτιολογείται ποτέ επαρκώς στην ελληνική βερσιόν παρά μόνο δηλώνεται σε εμφατικές σκηνές.

Κι αυτό είναι ένα μονάχα κομμάτι στο παζλ των προβλημάτων της ελληνικής διασκευής η οποία επιδεικνύει μεν μια σαφή τάση ωραιοποίησης της ελληνικής καθημερινότητας στα πρότυπα της καλογυαλισμένης (αλλά σαφώς ανώτερης) αισθητικής του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, παίρνει δε ένα συμπαθές φιλμ - επαρκώς ρεαλιστικό ακόμα και μέσα στα τυποποιημένα κλισέ του τουρκικού μελό ευρείας κατανάλωσης - και ξεκοκαλίζει το ζουμί της υπόθεσης του υποβιβάζοντάς το στη σχηματοποίηση του…ενός τηλεοπτικού επεισοδίου. Τα απρόσεχτα διαλογικά μέρη που παραδέρνουν ανάμεσα στην πεζότητα και την γλυκερότητα, η άψε-σβήσε σκηνοθεσία (ακόμα και στις ερωτικές σκηνές), οι αδιάφορες ερμηνείες αλλά κυρίως η μπανάλ προσέγγιση του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα αφαιρούν την ψυχή και την ουσία της αφήγησης. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο Γιάννης Παπαδάκος των φαρσικών κωμωδιών «Bachelor 2» και «Bachelor 3», ενώ το σενάριο ο πρωταγωνιστής Γιάννης Τσιμιτσέλης. (2020)

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΙΟ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ APP ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Ethnos.gr - App Store Ethnos.gr - Google Play
ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ