Σέρε Χάιτ: Η κομψή επαναστάτρια που αποκάλυψε την αλήθεια για τον γυναικείο οργασμό και σόκαρε την Αμερική
Η Σέρε Χάιτ μάς έμαθε πώς να μιλάμε για το σεξ και την απόλαυση🕛 χρόνος ανάγνωσης: 21 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Πριν από 50 χρόνια, μια -τότε- αμφιλεγόμενη συγγραφέας με το όνομα Σέρε Χάιτ, μάς έμαθε πώς να μιλάμε για το σεξ και την απόλαυση, πουλώντας εκατομμύρια βιβλία. Γιατί, όμως, σήμερα τόσο λίγοι γνωρίζουν το όνομά της;
Σύμφωνα με το New Yorker, κατά τη δεκαετία του 1980, η Σέρε Χάιτ εμφανιζόταν συχνά στην τηλεόραση, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «οργασμός», «αυνανισμός», «κλειτορίδα», λέξεις, που μέχρι τότε, σπάνια ακούγονταν δημόσια. Ο τρόπος με τον οποίο εκφραζόταν τόσο ελεύθερα, προκαλούσε εμφανή αμηχανία στους συνομιλητές της στα τηλεοπτικά πάνελ.
Η Χάιτ, εντυπωσίαζε επίσης με την ειλικρίνειά της και την παρουσία της. Ήταν ήρεμη, ιδιαίτερα όμορφη, με σγουρά πορτοκαλί μαλλιά, έντονο κόκκινο κραγιόν και κομψό, γεμάτο θηλυκότητα, στυλ. Σε μια από τις τηλεοπτικές της εμφανίσεις, φορούσε μαύρο δαντελένιο φόρεμα και κάπνιζε με την αυτοπεποίθηση παλιάς κινηματογραφικής σταρ.
Ο παρουσιαστής που την υποδέχτηκε εκείνη την ημέρα, έμοιαζε ιδιαίτερα αμήχανος. Προσπάθησε να μιλήσει, σταμάτησε -και τελικά παραδέχθηκε την αμηχανία του για το πώς μπορεί κανείς να συζητήσει τέτοια θέματα δημόσια.
Η ανακάλυψή της για τον γυναικείο οργασμό
Ήδη από το 1976, το βιβλίο της «The Hite Report: A Nationwide Study of Female Sexuality» είχε εξελιχθεί σε τεράστια επιτυχία. Το βασικό του συμπέρασμα ήταν, για την εποχή, αποκαλυπτικό: οι περισσότερες γυναίκες δεν φτάνουν σε οργασμό μόνο μέσω της κολπικής διείσδυσης, αλλά κυρίως μέσω χειρωνακτικής ή στοματικής διέγερσης της κλειτορίδας.
Ήταν μια περίοδος που, η ποπ κουλτούρα, δεν ήταν εξοικειωμένη με τέτοια ζητήματα και τα σεξουαλικά βοηθήματα για γυναίκες δεν είχαν ακόμη εξελιχθεί σε βιομηχανία δισεκατομμυρίων. Η ίδια η κλειτορίδα παρέμενε για πολλούς σχεδόν άγνωστο κεφάλαιο, σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμη και μεγάλα μέσα ενημέρωσης ένιωθαν την ανάγκη να εξηγήσουν τι ακριβώς είναι.
Όταν είχε ρωτηθεί πώς το γυναικείο κίνημα είχε επηρεάσει τη σεξουαλική ανταπόκριση των ανδρών, εκείνη απάντησε με απλότητα ότι η επίδραση μπορούσε να είναι μόνο θετική. Οι άνδρες, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνά της, ένιωθαν έντονη πίεση να έχουν στύση και να διαρκούν αρκετά ώστε η γυναίκα να φτάσει σε οργασμό.
Η έρευνά της, βασισμένη σε λεπτομερείς και ανώνυμες μαρτυρίες, έδειχνε ότι οι περισσότερες γυναίκες μπορούν να φτάσουν εύκολα σε οργασμό μέσω της κλειτορίδας και όχι τόσο μέσω της διείσδυσης. Αυτό, όπως υποστήριζε, απελευθέρωνε τα ζευγάρια. Πολλοί άνδρες, ωστόσο, διατηρούσαν την πεποίθηση ότι ένας «πραγματικός άνδρας» οφείλει να οδηγεί μια γυναίκα σε οργασμό μόνο μέσω της διείσδυσης, και ότι αν αυτό δεν συμβεί, τότε κάτι δεν πάει καλά είτε με εκείνη είτε με τον ίδιο.
Τι έλεγαν οι επικριτές της
Για να κατανοήσει κανείς τη Χάιτ, βοηθά να τη δει περισσότερο ως συλλέκτρια προσωπικών μαρτυριών παρά ως επιστήμονα. Οι δικές της διατυπώσεις δεν το καθιστούν πάντα εύκολο. Αφιέρωσε πολύ χρόνο υπερασπιζόμενη το έργο της απέναντι στην κριτική ότι τα συμπεράσματα των βασικών της μελετών, «The Hite Report» το 1976, «The Hite Report on Male Sexuality» το 1981 και «Women and Love» το 1987, βασίζονταν σε μη τυχαία δείγματα και άρα δεν μπορούσαν να έχουν στατιστική εγκυρότητα.
Οι επικριτές υποστήριζαν ότι, η μέθοδός της, έδινε υπερβολική βαρύτητα σε ένα ιδιότυπο κοινό ανθρώπων που ήταν πρόθυμοι να συμπληρώσουν εκτενή ερωτηματολόγια, τα οποία κάλυπταν από τις συνήθειες αυνανισμού μέχρι το αν είχαν ποτέ κλάψει μέχρι να κοιμηθούν. Ωστόσο, το ζήτημα δεν ήταν ακριβώς αυτό που πίστευαν οι επικριτές ή ακόμη και η ίδια όταν απαντούσε σε αυτούς. Το έργο της αντιπροσώπευε έναν θεμιτό συμβιβασμό.
Όπως υποστήριζε εύλογα, ένα πραγματικά τυχαίο δείγμα ήταν σχεδόν αδύνατο στην έρευνα για το σεξ, καθώς ένα αντιπροσωπευτικό κομμάτι του πληθυσμού δύσκολα θα δεχόταν να απαντήσει σε τόσο προσωπικές ερωτήσεις.
Μια σεξολόγος που δεν ήταν σαν όλους τους άλλους
Η Χάιτ δεν έμοιαζε με άλλους σεξολόγους, οι οποίοι διέθεταν πανεπιστημιακές θέσεις και ακολουθούσαν «παραδοσιακές» μεθόδους.
Αντίθετα, η μέθοδος της Χάιτ, ξεκινούσε από ένα ερωτηματολόγιο που η ίδια είχε σχεδιάσει για την πρώτη της έρευνα: περίπου 60 στοχευμένες ερωτήσεις προς γυναίκες σχετικά με το πώς, πότε και γιατί κάνουν σεξ. Τα τύπωσε σε ένα αναρχικό, ομοφυλοφιλικό τυπογραφείο και κοινόβιο στο Μανχάταν, με πολύχρωμο μελάνι πάνω σε παστέλ χαρτί, διακοσμημένο με καρδιές και αστεράκια.
Όπως σημειώνει η Κάμπελ, έμοιαζαν περισσότερο με «εφηβικό ημερολόγιο παρά με κλινικό ερωτηματολόγιο», μια αισθητική που η Χάιτ ήλπιζε ότι θα ενθάρρυνε αυθόρμητες και ανεπιτήδευτες απαντήσεις και πιθανότατα το πέτυχε. Οι Μάστερς και Τζόνσον, στο βιβλίο τους του 1966 «Human Sexual Response», όριζαν τον οργασμό ως «εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα κατά τα οποία η αγγειοσυγκέντρωση και η μυοτονία που έχουν προκύψει από τα σεξουαλικά ερεθίσματα εκτονώνονται».
Οι συμμετέχουσες στις έρευνες της Χάιτ, εξίσου ακριβείς με τον δικό τους τρόπο, περιέγραφαν την εμπειρία πολύ διαφορετικά: «μια σταδιακή ένταση του σώματός μου που κορυφώνεται απότομα και έπειτα μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό παρατεταμένο κύμα, σαν ένα οξύ γλίστρημα πάνω σε μια επιφάνεια», το οποίο στη συνέχεια «εκτονώνεται σε πέντε έως έξι παλμικές συσπάσεις».
Η Χάιτ υποστήριξε, όχι πάντα με αναλυτική κομψότητα αλλά με έντονη ειλικρίνεια, την ανάγκη για έναν πιο ισότιμο και συμπονετικό κόσμο, τόσο μέσα όσο και έξω από την κρεβατοκάμαρα. Δημοσίευσε τα σημαντικότερα έργα της σε μια περίοδο κατά την οποία ορισμένα από τα αποτελέσματα του φεμινισμού του δεύτερου κύματος άρχιζαν να γίνονται ορατά.
Περισσότερες γυναίκες από ποτέ συμμετείχαν στην αγορά εργασίας, ακόμη και σε επαγγέλματα που μέχρι τότε κυριαρχούνταν από άνδρες, τα διαζύγια αυξάνονταν, συχνά με πρωτοβουλία γυναικών που είχαν πλέον την οικονομική δυνατότητα να εγκαταλείψουν δυσλειτουργικούς γάμους, ενώ ενισχυόταν η αποδοχή του δικαιώματος στην άμβλωση που είχε κατοχυρωθεί με την απόφαση Roe v. Wade. Παράλληλα, αυτές οι αλλαγές άρχισαν να προκαλούν και αντιδράσεις, όπως η άνοδος της χριστιανικής δεξιάς και του συντηρητικού γυναικείου κινήματος υπό την ηγεσία της Φίλις Σλάφλι, φαινόμενα που αργότερα ανέλυσε η Σούζαν Φαλούντι. Ίσως χωρίς να το επιδιώκει, τα τρία πρώτα βιβλία της Χάιτ, και ιδιαίτερα εκείνο για τους άνδρες, κατέληξαν να αποτελούν ακατάστατες αλλά ζωντανές καταγραφές της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτή διαμορφωνόταν μέσα στη δίνη των κοινωνικών αλλαγών.
Η ζωή της
Η Σέρε Χάιτ γεννήθηκε ως Σίρλεϊ Νταϊάνα Γκρέγκορι στο Σεντ Τζόζεφ του Μιζούρι το 1942. Δεν επρόκειτο για μια πολλά υποσχόμενη ή προνομιούχα αρχή. Η μητέρα της ήταν μια ανήσυχη έφηβη και ο πατέρας της, στρατεύσιμος στον στρατό, απουσίαζε από τη ζωή της ήδη από τη βρεφική της ηλικία. Η Σέρε πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής της ηλικίας υπό τη φροντίδα των παππούδων της, φονταμενταλιστών χριστιανών που είχαν απορρίψει την κόρη τους όταν έμεινε έγκυος. Η ίδια θυμόταν το σπίτι τους ως έναν χώρο σιωπηλό, διακοσμημένο κυρίως με εικόνες του Εσταυρωμένου. Ως ενήλικη, αντίθετα, θα περιβαλλόταν από περίτεχνη ομορφιά, πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά, μετάξια και βελούδα, όποτε της το επέτρεπαν τα οικονομικά της.
Η μητέρα της εμφανιζόταν κατά διαστήματα. Κάποια στιγμή πήρε τη εννιάχρονη Σέρε για να ζήσει για λίγο μαζί της, με έναν πατριό, από τον οποίο κράτησε το επώνυμο Χάιτ, και έναν μικρότερο αδελφό. Σύμφωνα με την Κάμπελ, η μητέρα της πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της μπαινοβγαίνοντας σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Μετά την έκδοση του «The Hite Report», της έγραψε για να ζητήσει συγγνώμη «για όλα τα λάθη που σου έκανα προσωπικά» και για να ζητήσει βοήθεια στην έκδοση ενός βιβλίου με βιβλικές ιστορίες για παιδιά.
Οι παππούδες της τελικά χώρισαν και, όταν η Χάιτ ήταν έφηβη, την έστειλαν στην Ντέιτονα Μπιτς της Φλόριντα για να ζήσει με μια καλοσυνάτη θεία. Προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη θέση της στο νέο περιβάλλον, επιχείρησε, όπως γράφει η Κάμπελ, να «υποδυθεί την αυτοπεποίθηση και τη δημοφιλία», συμμετέχοντας στην ομάδα τσιρλίντερ του σχολείου και μαθαίνοντας να κινείται μέσα στο διπλό πρότυπο της εποχής, να είναι δηλαδή σεξουαλικά ελκυστική αλλά φαινομενικά αθώα. Στο σπίτι, περνούσε ώρες ξαπλωμένη στο πάτωμα, ακούγοντας μουσική και ονειρευόμενη μια καλύτερη ζωή.
Μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, το μέλλον της άρχισε να διαμορφώνεται. Σχεδίαζε να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, να εγγραφεί στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα ιστορίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια και να γράψει διατριβή για τη γυναικεία σεξουαλικότητα μέσα στον χρόνο. Το όνειρό της, ωστόσο, κλονίστηκε ύστερα από μια πρώιμη συνάντηση με τον ιστορικό του πολιτισμού Ζακ Μπαρζέν, με τον οποίο ήλπιζε να συνεργαστεί. Εκείνος της είπε ότι είχε διαβάσει τη μεταπτυχιακή της εργασία, αλλά αμφέβαλλε ότι την είχε γράψει η ίδια, καθώς δεν πίστευε ότι η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Φλόριντα διέθετε τα βιβλία που επικαλούνταν. Η Χάιτ βίωσε αυτή την εμπειρία ως ένα παράδειγμα ταξικής προκατάληψης σε συνδυασμό με έμφυλη προκατάληψη, εκφρασμένη μάλιστα απροκάλυπτα. Σε κάθε περίπτωση, το διδακτορικό πρόγραμμα του Κολούμπια της φάνηκε άκαμπτο και συντηρητικό και το εγκατέλειψε έπειτα από περίπου έναν χρόνο.
Η Χάιτ ήθελε να παραμείνει στη Νέα Υόρκη, αλλά έπρεπε να βρει τρόπο να τα βγάλει πέρα οικονομικά. Φίλοι της πρότειναν να δοκιμάσει το μόντελινγκ και για ένα διάστημα αποδείχθηκε μια σχετικά εύκολη λύση. Πόζαρε για εικονογράφους που δημιουργούσαν προκλητικά εξώφυλλα βιβλίων και για την αφίσα της ταινίας του Τζέιμς Μποντ «Diamonds Are Forever».
Εργάστηκε γυμνή ή ημίγυμνη για sex shops, περιοδικά και τράπουλες, ενώ, όπως αποκαλύπτει η Κάμπελ, συμμετείχε και σε μια χαμηλού προϋπολογισμού πορνογραφική ταινία. Η ίδια θυμόταν εκείνη την εμπειρία με κάποια τρυφερότητα, ως μια ευκαιρία να δει «τόσα πολλά γυμνά σώματα, κάθε είδους και σχήματος». Αυτό που άρχισε να τη φθείρει ήταν η απαιτητική φροντίδα της εμφάνισης, οι ατελείωτες ώρες για μαλλιά, μακιγιάζ και νύχια, τη στιγμή που η ίδια λαχταρούσε να διαβάζει, να γράφει και να σκέφτεται.
Αυτό που την ώθησε να εγκαταλείψει την καριέρα του μοντέλου, Ήταν μια φαινομενικά αξιοπρεπής αλλά κραυγαλέα σεξιστική διαφημιστική καμπάνια για ηλεκτρικές γραφομηχανές Olivetti, στην οποία είχε επιλεγεί ως ελκυστική γραμματέας. Όπως θυμόταν, το σύνθημα ήταν κάτι σαν «Η γραφομηχανή είναι τόσο έξυπνη που δεν χρειάζεται να είναι εκείνη».
Όταν έμαθε ότι γυναίκες διαμαρτύρονταν για τέτοιες διαφημίσεις, βρήκε το θάρρος να παραστεί σε μια συνάντηση του παραρτήματος της Νέας Υόρκης της Εθνικής Οργάνωσης Γυναικών. Κάποια στιγμή ψιθύρισε στη γυναίκα που καθόταν δίπλα της ότι ήταν το μοντέλο μιας από τις επίμαχες διαφημίσεις. Εκείνη το ανακοίνωσε αμέσως στην αίθουσα. Η αντίδραση, όπως θυμόταν η Χάιτ, ήταν χαρακτηριστική: «Να το! Ακόμη και οι γυναίκες στις διαφημίσεις δεν τις εγκρίνουν!».
Σύντομα η Χάιτ συμμετείχε σε πορείες και σε ομάδες συνειδητοποίησης. «Οι συζητήσεις που κάναμε στο κίνημα και το αίσθημα συλλογικότητας ήταν μεθυστικά», έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά της. «Οι πνευματικές αντιπαραθέσεις του κινήματος έκαναν εκείνες του Πανεπιστημίου Κολούμπια να φαίνονται χλωμές και άτονες». Η μόνη απογοήτευση ήταν ότι οι νέες της φίλες δεν ήταν πρόθυμες να μιλήσουν πιο ανοιχτά για τις σεξουαλικές τους απογοητεύσεις και επιθυμίες.
Για τη Χάιτ, η κατανόηση του πώς λειτουργεί πραγματικά το σεξ στη ζωή των ανθρώπων αποτελούσε κλειδί για την κατανόηση των σχέσεων μεταξύ των φύλων. «Η θέση της γυναίκας στο σεξ», έγραφε, «αντικατοπτρίζει τη θέση της στην υπόλοιπη κοινωνία». Ίσως, σκέφτηκε, ένα ανώνυμο ερωτηματολόγιο, να μπορούσε να αποκαλύψει όσα δεν λέγονταν δημόσια.
Μέχρι το 1972, η Χάιτ κυκλοφορούσε στο Μανχάταν με μια μοτοσικλέτα, με «το δαντελένιο της φόρεμα εποχής να ανεμίζει πίσω της», όπως γράφει η Κάμπελ, σταματώντας για να δίνει ερωτηματολόγια σε κάθε γυναίκα που ήταν πρόθυμη να τα πάρει.
Έστελνε επίσης ερωτηματολόγια σε τοπικά παραρτήματα της Εθνικής Οργάνωσης Γυναικών και σε πανεπιστημιακά κέντρα γυναικών, ενώ δημοσίευε σχετικές ανακοινώσεις σε εκκλησιαστικά ενημερωτικά δελτία και σε περιοδικά όπως το Mademoiselle και το Bride’s.
Στο τέλος, συγκέντρωσε απαντήσεις από περισσότερες από 3.000 γυναίκες, σχεδόν από κάθε πολιτεία. Παρά την προκατάληψη του δείγματος, επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα για ένα άτυπο, εξαιρετικά προσωπικό ερωτηματολόγιο που καμία δεν ήταν υποχρεωμένη να συμπληρώσει.
Οι γυναίκες απάντησαν σε ερωτήσεις που κάλυπταν τα πάντα, από τις πρώτες σεξουαλικές τους εμπειρίες μέχρι το πώς η ηλικία επηρέαζε τη σεξουαλικότητά τους. Όπως σημειώνει η Κάμπελ, η Χάιτ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα της φυλής στο «The Hite Report». Περιέλαβε, ωστόσο, ένα αισιόδοξο κεφάλαιο για τη λεσβιακή εμπειρία, μια τολμηρή επιλογή για ένα βιβλίο της δεκαετίας του 1970 που απευθυνόταν στο ευρύ κοινό. Σύμφωνα με την Κάμπελ, η ίδια η Χάιτ ήταν αμφιφυλόφιλη.
Το μεγάλο αποκαλυπτικό στοιχείο του «The Hite Report» ήταν ότι το 70% των γυναικών του δείγματος δεν έφταναν τακτικά σε οργασμό μέσω της ετεροφυλοφιλικής διείσδυσης, ενώ πολλές το πετύχαιναν σταθερά μέσω διαφόρων μορφών διέγερσης της κλειτορίδας, συμπεριλαμβανομένου του αυνανισμού. Οι μαρτυρίες αυτές αμφισβήτησαν μια κυρίαρχη έως τότε αντίληψη, ότι οι γυναικείοι οργασμοί είναι πιο δύσκολο να επιτευχθούν και εκ φύσεως ασθενέστεροι από τους ανδρικούς, καθώς και ότι η αδυναμία επίτευξης οργασμού μέσω της κολπικής επαφής υποδήλωνε κάποιο νευρωτικό εμπόδιο που έπρεπε να αντιμετωπιστεί ψυχολογικά.
Η τελευταία αυτή ιδέα είχε εν μέρει τις ρίζες της στον Φρόιντ, ο οποίος στα «Τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» υποστήριζε ότι η γυναίκα φτάνει στη σεξουαλική ωριμότητα όταν η «ερωτογενής ευαισθησία» μετατοπίζεται από την κλειτορίδα στον κόλπο. Οι Αμερικανοί συνεχιστές του συνέβαλαν στη διατήρηση αυτής της αντίληψης, η οποία προκαλούσε ενοχές σε πολλές γυναίκες, μέχρι και τη δεκαετία του 1970.
Μετά τη Χάιτ, οι σεξολόγοι έχουν εντοπίσει ένα επίμονο, έμφυλο «χάσμα οργασμού»: οι γυναίκες αναφέρουν λιγότερους οργασμούς στις ετεροφυλοφιλικές επαφές σε σύγκριση με τους άνδρες. Το φαινόμενο αυτό έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα. Σε μια μελέτη του 2010, για παράδειγμα, μόνο το 10% των γυναικών ανέφερε ότι έφτασε σε οργασμό σε μια πρώτη σεξουαλική συνάντηση, έναντι 31% των ανδρών, ενώ σε σχέσεις με οικείο σύντροφο τα ποσοστά ήταν 68% για τις γυναίκες και 85% για τους άνδρες. Οι λεσβίες, μάλιστα, εμφανίζουν συνήθως υψηλότερα ποσοστά οργασμού σε σύγκριση με τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Μεταξύ των πιθανών εξηγήσεων που έχουν δοθεί περιλαμβάνονται η υπερβολική πολιτισμική έμφαση στη διείσδυση, η τάση των γυναικών να αισθάνονται λιγότερο δικαιωμένες στη σεξουαλική απόλαυση και η ανεπαρκής σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Έρευνες για το περιεχόμενο της πορνογραφίας, από την οποία πολλοί αντλούν άτυπη εκπαίδευση, δείχνουν ότι οι γυναίκες απεικονίζονται να φτάνουν σε οργασμό πολύ σπανιότερα από τους άνδρες και, όταν αυτό συμβαίνει, συνήθως μέσω κολπικής ή πρωκτικής επαφής. Παράλληλα, οι γυναίκες αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα γνωστικών περισπασμών κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας, και ειδικότερα μεγαλύτερη ενασχόληση με την εμφάνισή τους, σε σύγκριση με τους άνδρες.
Αυτού του είδους τα εμπόδια και τις ασυμφωνίες περιέγραφαν οι συμμετέχουσες στις έρευνες της Χάιτ. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται, παρότι τόσοι μύθοι για τη γυναικεία σεξουαλικότητα έχουν πλέον καταρριφθεί, δείχνει πόσο εύστοχη ήταν η επιμονή της ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο σώμα των γυναικών αλλά στα πολιτισμικά πρότυπα που τις περιβάλλουν.
Ωστόσο, αν το «The Hite Report» παραμένει το σημαντικότερο έργο της και εκείνο που επηρέασε θετικά τις ζωές των περισσότερων ανθρώπων, όσα συνέβησαν μετά τα δύο επόμενα βιβλία της αποδεικνύονται, κατά κάποιον τρόπο, πιο αποκαλυπτικά για την εξέλιξη της πολιτικής των φύλων. Το 1981 δημοσίευσε το «The Hite Report on Male Sexuality», και πάλι βασισμένο σε απαντήσεις ερωτηματολογίων. Μεγάλο μέρος του αφορούσε τις σεξουαλικές επιθυμίες και εμπειρίες των ανδρών, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά ετεροφυλόφιλων. Περιλάμβανε, όμως, και πολλές μαρτυρίες ανδρών χωρίς στενές φιλίες, που ένιωθαν αποπροσανατολισμένοι και, σε ορισμένες περιπτώσεις, θυμωμένοι με τις αλλαγές που είχαν επιφέρει ο φεμινισμός και η σύγχρονη αγορά εργασίας.
Ορισμένοι αισθάνονταν παγιδευμένοι σε ασφυκτικούς ρόλους. «Μας ζητούν να είμαστε κάτι ανάμεσα στον Τζον Γουέιν, την Chase Manhattan Bank και τον Χιου Χέφνερ. Είμαστε απλώς άνθρωποι», έγραφε ένας. «Το κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών είναι καλό», σημείωνε άλλος, «αλλά προχωρά πολύ γρήγορα για τους περισσότερους άνδρες. Γίνεται συγκεχυμένο, γιατί είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τον τρόπο σκέψης μιας γυναίκας». Ένας τρίτος υποστήριζε ότι «για να κατανοήσουν πραγματικά τη σεξουαλικότητα των ανδρών, οι γυναίκες πρέπει να έχουν συνεχώς επίγνωση των καταστροφικών επιπτώσεων που μπορεί να έχουν τα ελαττώματα της προσωπικότητάς τους στη δική τους επιθυμία».
Στο βιβλίο της του 1987 «Women and Love», η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωνε ότι προσέφερε περισσότερη συναισθηματική στήριξη από όση λάμβανε στις σχέσεις της με άνδρες και ότι επιθυμούσε μεγαλύτερη λεκτική οικειότητα. Η Χάιτ παρέμενε αισιόδοξη ως προς τις κοινωνικές αλλαγές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την προσωπική ζωή, όμως πρόκειται για ένα μάλλον θλιβερό βιβλίο, γεμάτο γυναίκες που ένιωθαν ότι οι σύντροφοί τους ούτε τις άκουγαν ούτε μιλούσαν ανοιχτά για τα δικά τους συναισθήματα.
Η ίδια σπάνια εξέταζε το ενδεχόμενο οι συμμετέχοντες να απαντούσαν σε μια κακή στιγμή ή ότι η ανωνυμία μπορούσε να ενθαρρύνει υπερβολές. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες μαρτυρίες έχουν μια ωμή δύναμη: «Θα ήθελα να μιλάω περισσότερο, αλλά νιώθω ότι τον κουράζω», έγραφε μια γυναίκα. Μια άλλη ανέφερε ότι ο σύντροφός της «σφυρίζει, τραγουδά και χτυπά τις πόρτες όταν προσπαθώ να συζητήσω». Όπως παρατήρησε η συγγραφέας Χίλαρι Μάντελ, μπορεί κανείς να διαφωνεί με τη μεθοδολογία ή τα συμπεράσματα της Χάιτ, αλλά δύσκολα θα πιστέψει ότι διαστρέβλωσε ουσιαστικά όσα νιώθουν πολλές γυναίκες.
Τα δύο αυτά βιβλία προκάλεσαν μεγαλύτερη αμηχανία και δέχθηκαν σφοδρότερες επιθέσεις από το «The Hite Report». Οι τηλεοπτικές εκπομπές συνέχισαν να την καλούν, συχνά για να την φέρουν σε δύσκολη θέση. Η ίδια δεν ήταν άμοιρη της επιθυμίας για δημοσιότητα, αν και πολλές φορές έμοιαζε να υπομένει παρά να απολαμβάνει αυτές τις εμφανίσεις. Η σχέση αυτή είχε κάτι το αμοιβαία εξαρτητικό, σαν μια ιδιότυπη συνεξάρτηση από την οποία ούτε η ίδια ούτε οι παραγωγοί μπορούσαν να απεγκλωβιστούν.
Ορισμένες κριτικές ήταν εύλογες. Όπως και πριν, η στατιστική τεκμηρίωση και η εμπιστοσύνη που της έδειχνε αποτελούσαν το πιο αδύναμο σημείο της. Ανέφερε ποσοστά απιστίας στον γάμο πολύ υψηλότερα από εκείνα που έχουν καταγραφεί στις περισσότερες έρευνες πριν και μετά. Στο «Women and Love», περισσότερο από ό,τι στα προηγούμενα έργα της, έτεινε προς έναν ουσιοκρατικό τρόπο σκέψης, παρουσιάζοντας τις γυναίκες ως λιγότερο ανταγωνιστικές και πιο συμπονετικές, αν όχι από τη φύση τους, τότε λόγω βαθιά ριζωμένων πολιτισμικών παραγόντων. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο ουσιαστικές κριτικές είχαν αποκτήσει έναν ολοένα και πιο επιθετικό τόνο. Η Χάιτ μήνυσε έναν επίμονο επικριτή της, τον δημοσιογράφο Φίλιπ Νόμπιλ, εξασφαλίζοντας τη νομική υποστήριξη του διαβόητου Ρόι Κον, συνεργάτη του Τζόζεφ Μακάρθι και μέντορα του Ντόναλντ Τραμπ.
Σύντομα άρχισε να δέχεται υβριστικά γράμματα και απειλές θανάτου, αν και πιθανότατα λιγότερες από όσες θα δεχόταν σήμερα ένα δημόσιο πρόσωπο. Ενεπλάκη επίσης σε ένα περιστατικό με οδηγό λιμουζίνας, που είχε σταλεί να την παραλάβει για τηλεοπτική εμφάνιση, τον οποίο είχε αφήσει να περιμένει και ο οποίος της απευθύνθηκε με υποτιμητικό τρόπο. Άρχισε να αποχωρεί από συνεντεύξεις, που γίνονταν όλο και πιο επιθετικές. Σε ένα απόσπασμα του ντοκιμαντέρ «The Disappearance of Shere Hite» φαίνεται να εμφανίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στην εκπομπή της Όπρα Γουίνφρεϊ, μπροστά σε ένα ακροατήριο αποτελούμενο αποκλειστικά από άνδρες, πολλοί από τους οποίους ήταν ανοιχτά εχθρικοί προς τον φεμινισμό και την αποδοκίμαζαν. Τη δεκαετία του 1990, εξαντλημένη από το τίμημα της δημοσιότητας, απαρνήθηκε την αμερικανική υπηκοότητα και μετακόμισε στην Κολωνία μαζί με τον σύζυγό της, Φρίντριχ Χέρικε, Γερμανό πιανίστα, νεότερό της κατά δύο δεκαετίες, με τον οποίο είχε παντρευτεί το 1985.
Η μετέπειτα ζωή της Χάιτ δεν αποτελεί στην πραγματικότητα μια τραγική ιστορία. Τελικά χώρισε με τον Χόρικε, αλλά είχε και άλλους συντρόφους. Έζησε τα τελευταία της χρόνια στο Λονδίνο και το Παρίσι, ικανοποιώντας την αγάπη της για την ομορφιά όποτε μπορούσε και εκδίδοντας βιβλία στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων και ένα αυτοβιογραφικό έργο, με τίτλο «The Hite Report on Shere Hite». Και αυτή δεν είναι η ιστορία ενός αδικαιολόγητα παραμελημένου αριστουργήματος· ούτε το «The Hite Report» ούτε τα άλλα βιβλία της είναι λαμπρά γραμμένα αναλυτικά έργα που απαιτούν να ξαναδιαβαστούν.
Αυτό που προσφέρει η καριέρα της, είναι μια ιστορία χαμένων ευκαιριών, να γίνουν πιο σαφείς ορισμένες ρωγμές στην κουλτούρα. Ναι, σίγουρα εξακολουθεί να υπάρχει ένα χάσμα στον οργασμό, αν και ήταν σίγουρα μεγαλύτερο πριν η Χάιτ και άλλοι εικονοκλάστες της σεξουαλικότητας αρχίσουν να ασχολούνται με το θέμα. Η προώθηση των απολαύσεων ενός πιο ισότιμου σεξ, ωστόσο, ήταν ευκολότερη από το να αντιμετωπιστεί η σιγοβράζουσα δυσαρέσκεια των ανδρών που ένιωθαν παραμελημένοι.
Πώς η ιρανική επίθεση στο Ντιέγκο Γκαρσία αλλάζει τα δεδομένα - «Στο στόχαστρο ακόμη και οι ΗΠΑ»
Η στρατηγική της ελεγχόμενης αναμονής: Τα διλήμματα του Μεγάρου Μαξίμου προ των αποφάσεων
Δολοφονία Κλεομένη: Προφυλακίστηκε ο 19χρονος που ήταν μαζί του το μοιραίο βράδυ
Στον ανακριτή ο Τσαγκαράκης: Φωτογραφίες από όσα κατάσχεσε η ΕΛΑΣ - 190.000 ευρώ και μόλις 7 γνήσια έργα ανάμεσα σε εκατοντάδες πλαστά
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



