Ανατρεπτική μελέτη: Μην διαβάζετε γραμματική και εστιάστε στον ήχο για να μάθετε ξένες γλώσσες
Νέα έρευνα αποκαλύπτει το «μυστικό» όσων έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια στην εκμάθηση ξένων γλωσσών🕛 χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Αν θέλετε να μάθετε πολύ καλά γαλλικά, αραβικά ή ουγγρικά, μην ξεκινήσετε με την απομνημόνευση λεξιλογίου και γραμματικής. Εστιάστε πρώτα στο πώς ακούγονται οι γλώσσες, προτείνει νέα έρευνα.
Μια νέα μελέτη για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν σύγχρονες γλώσσες διαπίστωσε ότι οι πιο ταλαντούχοι στην εκμάθηση ξένων γλωσσών αντιλαμβάνονται τους άγνωστους όρους ως τυχαίους ήχους και όχι ως λέξεις.
Συνήθως, σύμφωνα με τον Guardian, όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν μια γλώσσα, προσπαθούν να την κατανοήσουν μέσα από τους ήχους της μητρικής τους. Όσο περισσότερο διαφέρουν οι ήχοι και η προφορά της ξένης γλώσσας από εκείνους της μητρικής, τόσο πιθανότερο είναι να δυσκολευτούν να τη μάθουν.
Ωστόσο, όσοι έχουν ιδιαίτερη ευχέρεια στην εκμάθηση γλωσσών κατακτούν ακόμη και τις πιο δύσκολες προφορές με μεγαλύτερη ευκολία. Για να διαπιστώσουν το γιατί, ερευνητές από το University College London (UCL) και το Πανεπιστήμιο Τοχόκου στην Ιαπωνία συνέκριναν την ακουστική ακρίβεια 67 Ιαπώνων που μάθαιναν αγγλικά. Συγκεκριμένα, μέτρησαν την ικανότητά τους να εντοπίζουν μικρές διαφορές στο ύψος, τη διάρκεια και τον τόνο μη γλωσσικών ήχων.
Πώς διεξήχθη η έρευνα
Με τη χρήση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI), κατέγραψαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου των συμμετεχόντων, καθώς εκείνοι προσπαθούσαν να διακρίνουν μεταξύ αγγλικών φωνηεντικών ήχων που δεν υπάρχουν στην ιαπωνική γλώσσα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι διέθεταν μεγαλύτερη ακουστική ακρίβεια μάθαιναν την προφορά των νέων γλωσσών ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Παράλληλα, κατά την επεξεργασία των ήχων μιας ξένης γλώσσας, βασίζονταν λιγότερο στο αριστερό αισθητικοκινητικό σύστημα του εγκεφάλου, το οποίο συμμετέχει στην επεξεργασία της γλώσσας. Αντιθέτως, τα μοτίβα εγκεφαλικής δραστηριότητάς τους έμοιαζαν περισσότερο με εκείνα που εμφανίζονται όταν ο εγκέφαλος επεξεργάζεται μη γλωσσικούς ήχους.
Καθώς επηρεάζονταν λιγότερο από τα ήδη διαμορφωμένα ακουστικά μοτίβα της μητρικής τους γλώσσας, οι συγκεκριμένοι μαθητές μπορούσαν να επεξεργάζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια τους νέους ήχους. Αντίθετα, όσοι είχαν χαμηλότερη ακουστική ακρίβεια βασίζονταν περισσότερο στο αριστερό αισθητικοκινητικό δίκτυο του εγκεφάλου όταν άκουγαν ήχους ξένων γλωσσών. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιούσαν τα μοτίβα προφοράς της μητρικής τους γλώσσας για να επεξεργαστούν ήχους που τους ήταν άγνωστοι.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την εκμάθηση ξένων γλωσσών
Τα νέα ευρήματα αμφισβητούν τα στερεότυπα σύμφωνα με τα οποία οι Βρετανοί έχουν μικρότερη έφεση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Ο καθηγητής Καζούγια Σάιτο-βαν Πουτερέν, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και καθηγητής εκπαίδευσης στη δεύτερη γλώσσα στο Ινστιτούτο Εκπαίδευσης του UCL, δήλωσε: «Δεν πιστεύω ότι οι Βρετανοί είναι εκ φύσεως κακοί στις γλώσσες. Το πρόβλημα πιθανότατα οφείλεται στο ότι πολλοί άνθρωποι έχουν πολύ περιορισμένη ουσιαστική έκθεση σε αυτές, σε συνδυασμό με διδακτικές μεθόδους που δεν καλλιεργούν απαραίτητα τις ακουστικές δεξιότητες που χρειάζονται για να αξιοποιήσουν στο έπακρο αυτή την περιορισμένη έκθεση».
«Αν ακούτε και χρησιμοποιείτε μια γλώσσα μόνο για λίγες ώρες την εβδομάδα, το να έχετε καλό αυτί μπορεί να κάνει πολύ μεγαλύτερη διαφορά. Οι μαθητές με υψηλή ακουστική ακρίβεια μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά ακόμη και την περιορισμένη επαφή με τη γλώσσα, ενώ άλλοι ενδέχεται να χρειάζονται πολύ μεγαλύτερη έκθεση προτού οι άγνωστοι ήχοι αρχίσουν να τους γίνονται οικείοι», πρόσθεσε.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν επίσης ότι τα σχολεία θα πρέπει να δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στους ήχους και την προφορά και όχι μόνο στη γραμματική και το λεξιλόγιο κατά τη διδασκαλία των σύγχρονων γλωσσών, σημείωσε ο ίδιος. «Η εκπαίδευση στις ξένες γλώσσες θα πρέπει να ξεπεράσει μια προσέγγιση που βασίζεται στην “περισσότερη εξάσκηση” και να στραφεί στην καλλιέργεια της ακουστικής αντίληψης των μαθητών, ανάλογα με τα ιδιαίτερα ακουστικά χαρακτηριστικά τους», ανέφερε.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο καθηγητής Πάντρικ Μόναγκαν, καθηγητής γνωστικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, δήλωσε: «Η παραδοσιακή εκμάθηση γλωσσών βασίζεται στη δομημένη εξάσκηση, όμως ο εγκέφαλός μας είναι εκ φύσεως προσαρμοσμένος να μαθαίνει γλώσσες μέσω της έκθεσης σε αυτές. Η μελέτη επιβεβαιώνει πόσο καθοριστική είναι η ακρόαση για την εκμάθηση μιας γλώσσας, αν και οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς την ευαισθησία τους στους ήχους, τουλάχιστον στα πρώτα στάδια της επαφής τους με τους ήχους μιας νέας γλώσσας».
Τι θα γίνει με τις ενεργειακές συμφωνίες στην Ελλάδα μετά την αποπομπή της Γκίλφοϊλ
Εικοσιτετράωρη απεργία στα ΚΤΕΛ στις 3 Νοεμβρίου - «Παγωμένοι» μισθοί από το 2009 και αδιέξοδο στις συλλογικές συμβάσεις
Το «βαθύ λαρύγγι» στην υπόθεση Κίμπερλι, οι δύο Ρουμάνοι υπουργοί με Έλληνα επιχειρηματία και το deal για τα Goody's
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο: Το διπλό μήνυμα Μητσοτάκη και η δύσκολη συζήτηση για την ενεργειακή κρίση - Ποια άλλα θέματα είναι στο «μενού»
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr




