Δ. Μαυρογένης: Υπήρξαν οικογένειες που σιώπησαν μετά το Πολυτεχνείο

Δ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ: ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΟΥ ΣΙΩΠΗΣΑΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

«Είχα την αίσθηση ότι η φλεγόμενη Πατησίων ήταν η επανάσταση» τονίζει στο ethnos.gr το μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Πολυτεχνείου

«Τις μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου ζούσαμε το πέταγμα στον ουρανό, καθώς όταν φτάσεις στα όρια παίζεις τα ρέστα σου». Ο Διονύσης Μαυρογένης, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Πολυτεχνείου, 46 χρόνια μετά τον Νοέμβρη του ’73 ανοίγει στο ethnos.gr το σεντούκι των αναμνήσεών του.

Ξεκινά την αφήγησή του με το πώς φτάσαμε στην εξέγερση του Νοέμβρη. Θυμάται με συγκίνηση εκείνες τις μέρες και, όπως λέει, «όταν είδαμε να ρίχνουν στο ψαχνό, είχαμε πλήρη συνείδηση για το τι θα ακολουθούσε». Φέρνει στο μυαλό του μια στιγμή από το βράδυ πριν την εισβολή του τανκ όπου είχε βρεθεί στην πύλη του Πολυτεχνείου. «Είχα την αίσθηση ότι η φλεγόμενη Πατησίων ήταν η επανάσταση» λέει χαρακτηριστικά. Περιγράφει με τρεμάμενη φωνή την εικόνα της ηλικιωμένης μητέρας του να τον συναντά στα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής και να του λέει «κοίτα να φύγεις και να μην σε φέρουν».

Μιλάει για τους νεκρούς και για τον φοιτητή και συνοδοιπόρο του μέχρι και σήμερα Γιώργο Οικονόμου, που σώθηκε από θαύμα. «Είδα δύο νεκρούς. Έναν μέσα στο ιατρείο και την επόμενη μέρα τον πεντάχρονο Δημήτρη Θεοδώρα που πυροβολήθηκε στου Ζωγράφου. Ο φίλος μου Γιώργος Οικονόμου σώθηκε από θαύμα ενώ είχε δεχθεί σφαίρα στην αορτή». Τονίζει ότι μετά τα γεγονότα «υπήρξαν οικογένειες που σιώπησαν». Φέρνει στο μυαλό του εικόνες από το ΕΑΤ – ΕΣΑ, όπου υπήρξε συγκρατούμενος του Σπύρου Μουστακλή. Θυμάται τη στιγμή που άκουσε στο τηλέφωνο τον κόσμο να πανηγυρίζει στην Ομόνοια για την πτώση της χούντας.

Επίσης, ο Διονύσης Μαυρογένης μιλά για την πραγματική γενιά του Πολυτεχνείου. Σημειώνει, μάλιστα, ότι «εμείς που συμμετείχαμε στα γεγονότα δεν ντρεπόμαστε. Το 1.000.000 που κατέβηκαν στην πρώτη πορεία θα πρέπει να ντρέπεται καθώς είναι εκείνοι που δεν συμμετείχαν στην εξέγερση. Αν το είχαν κάνει, ίσως η χούντα να είχε πέσει γρηγορότερα».

Τέλος, κλείνει την αφήγησή του απαντώντας στο ερώτημα για το εάν ο αγώνας εκείνου του Νοέμβρη δικαιώθηκε. Μάλιστα, υποστηρίζει ότι «ο αγώνας που κάναμε για την πτώση της χούντας δικαιώθηκε. Ωστόσο δεν δικαιώθηκε ο αγώνας για μια καλύτερη κοινωνία, καθώς εφησυχάσαμε. Έπρεπε να φτιάξουμε τις ζωές μας. Στον ορυμαγδό του μπάχαλου της Μεταπολίτευσης δεν παίξαμε οργανωμένα ρόλο».

Άρμα μάχης στη Βασιλίσσης Σοφίας (AP Photo)

Πώς φτάσαμε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου

«Από το 1972 όλα άλλαξαν στο φοιτητικό κίνημα. Από το 1967 μέχρι και το 1972 οι φυλακές είχαν φλομώσει από φοιτητές που αντιστάθηκαν. Είχαν συλληφθεί δε πολλά μέλη του “Ρήγα Φεραίου”. Αν κάτσεις και προσθέσεις όλα τα χρόνια που είχαν φάει, φτάνουν τα 1.000. Στα Στρατοδικεία έπεφταν για πλάκα οι εικοσάρες. Από το 1972 και μετά βγήκαν μπροστά παιδιά τα οποία δεν τα γνώριζαν και δεν ήταν σταμπαρισμένα. Για παράδειγμα, είχα έναν συμφοιτητή ο οποίος πάντα καθόταν σε μια άκρη της σκάλας και δεν ερχόταν ποτέ εκεί που ήμασταν όλοι. Όταν αποφασίσαμε να δώσουμε προκηρύξεις στη ζούλα πήγα και του είπα: «Ρε Γιάννη, μήπως θέλεις καμιά προκήρυξη; Η απάντηση του ήταν “Ρε Διονύση, σε μένα δίνεις προκηρύξεις;” Ήταν ο Γιάννης Πασαλίδης, εγγονός του Γιάννη Πασαλίδη της ΕΔΑ. Τι να έκανε το παιδί; Ήταν χτυπημένος από παντού» λέει ο Διονύσης Μαυρογένης.

«Πολλοί από αυτούς που βγήκαν μπροστά ήταν παιδιά στρατιωτικών. Όπως ο Νικήτας Λιοναράκης, ήταν γιος στρατηγού. Γι’ αυτό και η Ασφάλεια δεν μπορούσε να ελέγξει τη νέα φουρνιά. Γνώριζε μόνο το παλιό πακέτο. Μέσα σε δύο χρόνια δεν προλαβαίνεις να φτιάξεις φακέλους. Οι ασφαλίτες είχαν κάνει πολύ καλή δουλειά. Στο ΕΑΤ – ΕΣΑ ήταν καραβανάδες» συμπληρώνει.

Φοιτητές μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο (Ap Photo)

Πώς ξεκίνησε η κατάληψη

«Το Πολυτεχνείο θα γινόταν έτσι και αλλιώς. Ήταν τόσο οξυμμένα τα πράγματα που απλώς ήταν μία σπίθα που έπεσε σε ένα χωράφι και έπιασε φωτιά» αναφέρει αρχικά ο Διονύσης Μαυρογένης.

«Την Τετάρτη 14 Νοέμβρη γινόταν μία συνέλευση στη Νομική Σχολή, άνευ ουσίας (συζητούσαμε την κρατικοποίηση του πανεπιστημίου και διάφορα τέτοια προγράμματα της χούντας). Λίγο πριν διαλύσουμε τη συνέλευση μπήκε μέσα ένας συμφοιτητής μας και είπε “σφάζουν τα αδέρφια μας στο Πολυτεχνείο”. Όμως στο Πολυτεχνείο δεν γινόταν τίποτα. Είχαν μία συνέλευση οι αρχιτέκτονες. Για να διαλυθεί η συνέλευση λέμε “εμπρός, πάμε στο Πολυτεχνείο”» αφηγείται το μέλος της Συντονιστικής και συνεχίζει: «Έτσι ξεκινήσαμε αυτοί οι “350 προβοκάτορες της ΚΥΠ”, κατεβήκαμε τη Σόλωνος και φτάσαμε στην Πατησίων. Εν συνεχεία μπήκαμε στο Πολυτεχνείο χωρίς να γίνει τίποτα. Τότε κάποιος πέταξε ένα νεράντζι προς τους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί απάντησαν σε αυτή την επίθεση. Δεν το είχαμε και σε τίποτα να κάνουμε κατάληψη, καθώς αυτό ήταν συνηθισμένο πράγμα. Όμως εμείς που είχαμε φυλακιστεί και βασανιστεί στο ΕΑΤ – ΕΣΑ και την Ασφάλεια, βλέπαμε τι θα ακολουθήσει σαν σκηνές από τα προσεχώς. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου έγινε εκ των πραγμάτων. Τότε ξεκίνησαν οι αντιπαραθέσεις με τα πατριαρχεία των κομμάτων (δεν θα το κάνουμε έτσι, θα το κάνουμε αλλιώς κ.λπ.). Κάποια στιγμή μπήκαν όλοι μέσα στο κάδρο και έτσι ξεκίνησε το τριήμερο της εξέγερσης. Έγινε μία ενότητα στην πράξη, ασχέτως πολιτικών αντιπαραθέσεων και πεποιθήσεων».

Αστυφύλακες χτυπούν φοιτητές έξω από το Πολυτεχνείο (Ap Photo)

«Όταν φτάσεις στα όρια, παίζεις τα ρέστα σου»

«Ζούσαμε το πέταγμα στον ουρανό. Ο κόσμος μαζεύτηκε απ’ έξω, στήθηκε ο σταθμός. Όταν φτάσεις στα όρια, παίζεις τα ρέστα σου. Όλοι φοβόντουσαν. Εμείς που είχαμε περάσει από φυλακές και βασανιστήρια φοβόμασταν εκατό φορές περισσότερο. Εάν προσέξεις στη φωνή του Δημήτρη Παπαχρήστου (σ.σ.: εκφωνητής του σταθμού του Πολυτεχνείου) υπήρχε έντονος φόβος, όταν έλεγε το “αδέρφια μας φαντάροι”. Τι αδέρφια μας φαντάροι; Ήταν οι επίλεκτοι λοκατζήδες. Μετά ήταν ο Εθνικός Ύμνος. Μαρξιστές, κομμουνιστές να λένε τον Εθνικό Ύμνο το λες και τρέλα. Αυτό  ήταν ένας είδος άμυνας και αυτοάμυνας. Στην εξέγερση υπήρξε μια μαζικοποίηση του κινήματος» μας περιγράφει.

«Μέσα στη Συντονιστική ήμασταν καμιά 10αριά που είχαμε βγει από τις φυλακές. Εγώ, ο Μανούσος Τσαφαράκης, ο Χρήστος Λάζος και άλλοι είχαμε πλήρη συνείδηση όταν είδαμε να ρίχνουν στο ψαχνό και να φέρνουν στο ιατρείο του Πολυτεχνείου τραυματίες και νεκρούς. Όλος αυτός ο κόσμος που βρισκόταν στην Πατησίων είχε φόβο αλλά δεν κώλωσε. Πολλοί είχαν και συνείδηση. Το ότι κατάφερε να περάσει στη νεολαία αυτό που λέμε ακόμα και σήμερα “ή τώρα ή ποτέ” είναι μεγάλη υπόθεση» συνεχίζει, προσθέτοντας: «Άλλο ένα σημαντικό γεγονός ήταν ότι βρίσκονταν ανάμεσά μας πολλές γυναίκες. Θυμάμαι σαν τώρα την Πέπη Ρηγοπουλου. Δεν φοβήθηκε ακόμα και όταν το τανκ πέρασε από πάνω της. Είδα την Πόπη Βουτσινά, την Ιωάννα Καρυστιάνη, τη Νάντια Βαλαβάνη και άλλες κοπέλες. Δεν λύγισαν. Έδωσαν ρέστα». 

Πύρινα οδοφράγματα επί της Πατησίων (Ap Photo)

Είχα την αίσθηση ότι η φλεγόμενη Πατησίων ήταν η επανάσταση

«Περίπου στις 11 το βράδυ της Παρασκευής 16 Νοέμβρη έκατσα πάνω στην πύλη και κοιτούσα την Πατησίων που φλεγόταν. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα μπροστά μου. Είχα την αίσθηση ότι αυτό ήταν η επανάσταση» θυμάται ο Διονύσης Μαυρογένης και προσθέτει: «Τότε με ειδοποίησαν και μου είπαν “μην κάθεσαι εκεί. Ελεύθεροι σκοπευτές από το Ακροπόλ ρίχνουν στο ψαχνό”. Αργότερα ανεβήκαμε στη Συντονιστική και κάναμε μία συνεδρίαση. Ένα ακόμα περιστατικό της τρέλας που επικρατούσε ήταν το εξής: Όταν  τελειώσαμε τη συνεδρίαση, είδαμε έναν φοιτητή στο κυλικείο που ζητούσε… κρέμα καραμελέ. Είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. Ένα ανάλογο περιστατικό είδα και στη δεύτερη κατάληψη της Νομικής. Ένας φοιτητής ήταν στη γωνία της Σόλωνος, κρατούσε ένα κολονάτο ποτήρι γεμάτο σαμπάνια και απήγγειλε Μποτλέρ. Ήταν στον κόσμο του, αλλά ζούσε τη στιγμή».

«Αργά το βράδυ συνεδριάσαμε εκτός Συντονιστικής για να δούμε τι θα κάνουμε τις επόμενες ώρες. Ήμασταν πέντε. Οι δύο ψηφίσαμε “λευκό”, ένας “ναι, μένουμε” και δύο “όχι”. Τότε είπαμε ότι θα συνεδριάσουμε ξανά σε δύο ώρες για να έρθουν σε επαφή με το κόμμα τους εκείνοι που ψήφισαν “λευκό” (Θανάσης Τσούρας, Νίκος Μιχαλόπουλος από το ΠΑΚ-Παναρμονία). Όταν γύρισαν, ψήφισαν “ναι” και έτσι είχαμε 3-2. Τότε ανακοινώσαμε το αποτέλεσμα στον Σταύρο Λυγερό, ο οποίος με τη σειρά του το μετέφερε στη Συντονιστική και έγινε χαμός. Εκείνη τη στιγμή ο Λυγερός σκέφτηκε το εξής: “Όποιος πει φεύγουμε και το διαλύουμε είναι προβοκάτορας”. Όμως ακόμα και εκείνοι που έλεγαν “φεύγουμε” τελικά έμειναν» προσθέτει, επισημαίνοντας: «Με αυτή την έννοια και το Πολυτεχνείο δεν έπεσε από τον ουρανό. Εκεί έγινε η μεγάλη υπέρβαση της νεολαίας. Αυτό θα γιορτάζεται πάντα. Δεν υπάρχει περίπτωση ένας νέος να μην κάνει υπερβάσεις όταν έρχεται η ώρα του διά ταύτα στη ζωή του».

«Απόρησα όταν είδα τη μάνα μου μέσα στο Πολυτεχνείο»

«Την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου είδα τη μάνα μου στα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής και απόρησα. Ήταν 70 χρονών, είχε ζήσει όλη την ιστορία μου με τις φυλακές και ήρθε να δει αν είμαι καλά. Τότε μου είπε “κοίταξε να φύγεις και να μη σε φέρουν”. Το να βλέπεις μία γριά γυναίκα και να κάθεται στις σκάλες της Αρχιτεκτονικής και να απολαμβάνει τη στιγμή απορείς. Ανάλογα περιστατικά έγιναν και με άλλους γονείς. Οι μεγάλοι άνθρωποι είχαν καταλάβει τι έρχεται. Οι μικροί δεν ξέραμε. Δεν είχα δει ποτέ να γίνονται οδομαχίες στην Πατησίων. Τα μόνα που ξέραμε ήταν αυτά που είχαμε διαβάσει. Είναι αλλιώς να το βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου. Αυτό το έπαθαν κυρίως άτομα μικρότερων ηλικιών. Μία τέτοια περίπτωση ήταν ο Διομήδης Κομνηνός. Αυτά τα παιδιά δεν είχαν τον έλεγχο» μας λέει συγκινημένος.

«Κάποια στιγμή κάνοντας πλάκα ψάχναμε με τον Στέφανο Τζουμάκα να δούμε ποιοι είχαν πάει Στρατό για να αναλάβουν την περιφρούρηση στις πύλες. Είπαμε όσοι έχουν περάσει Στρατό να λειτουργήσουν ως περιφρούρηση. Τότε τον ρώτησα. “Υπάρχουν τίποτε δίκανα;” “Μη λες μ@λ@κίες. Αν δουν κάτι τέτοιο, θα μας καθαρίσουν επιτόπου” ήταν η απάντησή του. Εκείνη την ώρα σκεφτόσουν πράγματα που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τα έφερνες κατά νου» συμπληρώνει.

Το τανκ λίγο πριν την εισβολή του στο Πολυτεχνείο (Ap Photo)

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

«Ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης έχει κάνει μια πολύ καλή καταγραφή των γεγονότων. Έχουν βρεθεί οι τάφοι και όλα τα στοιχεία. Μέσα στο Πολυτεχνείο δεν σκοτώθηκε κανείς. Όμως έφεραν 3 ή 4 νεκρούς. Ο ένας ήταν πάνω στο ιατρείο, η ανήλικη που είχε χτυπηθεί στο κεφάλι (σ.σ.: έχει αναφερθεί σε αυτή την περίπτωση η Μέλπω Λεκατσά, σε συνέντευξή της στο ethnos.gr το 2018)» λέει αναφορικά με τους νεκρούς εκείνων των ημερών.

Είδα δύο νεκρούς

«Όταν ήμουν μέσα στο Πολυτεχνείο, είδα να φέρνουν έναν άνδρα με τραύμα από σφαίρα στο κεφάλι. Μάλιστα, πήρα τη σφαίρα και την κράτησα. Η δεύτερη ήταν η δολοφονία του Δημήτρη Θεοδώρα στου Ζωγράφου το πρωί του Σαββάτου 17 Νοεμβρίου. Στρατιώτες είχαν εγκατασταθεί στον λόφο του Αγίου Θεράποντος και έριχναν στο ψαχνό. Ήμουν στην πλατεία της Γαρδένιας για να τηλεφωνήσω με σκοπό να φύγω, καθώς με κυνηγούσαν. Τότε είδα τον μικρό να πέφτει κάτω χτυπημένος. Η κατάσταση είχε βγει εκτός ελέγχου, καθώς πυροβολούσαν στο ψαχνό. Έριχναν σαν παλαβοί. Το μακελειό κράτησε μέχρι τη Δευτέρα» υπογραμμίζει.

Ο φοιτητής που σώθηκε από θαύμα

«Υπήρξε ο φίλος μου και συνοδοιπόρος μέχρι σήμερα ο Γιώργος Οικονόμου, που σώθηκε από θαύμα χάρη στην ιατρική φροντίδα του Κώστα Χαρώνη και της ομάδας του στο Ρυθμιστικό. Είχε δεχθεί σφαίρα στην αορτή. Πάρα πολλές οικογένειες σιώπησαν αμέσως μετά την εξέγερση, διότι κινδύνευαν και οι ίδιες» συνεχίζει ο Διονύσης Μαυρογένης.

Η κατεστραμμένη πύλη του Πολυτεχνείου μετά την εισβολή του τανκ (Ap Photo)

Μετά την εισβολή του τανκ

«Όταν μπήκε το τανκ μέσα στο Πολυτεχνείο ξεκίνησε η άτακτη υποχώρηση προς κάθε κατεύθυνση. Οι γείτονες άνοιξαν τις πόρτες τους και μας πρόσφεραν απλόχερα καταφύγιο. Ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι φέρθηκαν πιο ώριμα. Δεν είναι λίγο η Σοφία Βέμπο, ο Νίκος Τσιφόρος και άλλοι να ανοίγουν τα σπίτια τους χωρίς να λογαριάζουν τον κίνδυνο. Δεν μπορούσαν να κατέβουν στο δρόμο. Όμως έκαναν αυτό που μπορούσαν» αναφέρει.

Κρατητήριο Σπύρου Μουστακλή στο ΕΑΤ - ΕΣΑ (Eurokinissi)

Οι… προσευχές στο ΕΑΤ – ΕΣΑ και ο Σπύρος Μουστακλής

Από την άλλη πλευρά φέρνει στο μυαλό του τις μέρες της φυλακής και της απομόνωσης στο ΕΑΤ – ΕΣΑ.

«Κατά την παραμονή μου στο ΕΑΤ – ΕΣΑ έκανα άπειρες προσευχές στην εικόνα του Παπαδόπουλου που βρισκόταν στο γραφείο του Χατζηζήση. Ο σκοπός τους ήταν να γίνω καλός χριστιανός. Από πίσω μου μάλιστα βρισκόταν ο Τσέλιγκας, που κρατούσε ένα γκλοπ. Έτσι και δεν έκανες την προσευχή σε χτυπούσαν μέχρι να πέσεις κάτω.

Επίσης ήμουν συγκρατούμενος με τον Σπύρο Μουστακλή. Τη νύχτα που τον χτύπησαν με πήραν και με πήγαν στο κελί του. Ήταν ένα δωμάτιο που είχε κάτι πρίζες. Όταν τις είδα είπα “τελειώσαμε”. Στη συνέχεια κοίταξα κάτω και είδα ότι είχαν ρίξει νερό, ενώ υπήρχαν υπολείμματα αίματος. Αργότερα στη δίκη των βασανιστών έψαχναν να βρουν τον αξιωματικό υπηρεσίας εκείνης της νύχτας. Ο Μουστακλής, που καθόταν δίπλα μου, σηκώθηκε, έβγαλε το πουκάμισό του και άρχισε να χτυπάει το στήθος του. Ήθελε να επιβεβαιώσει ότι την ώρα που με πήγαν στο κελί του εκείνος μεταφέρθηκε στο 401. Από τη μεταφορά μου στο κελί του προέκυψε ότι αξιωματικός υπηρεσίας ήταν ο Χατζηζήσης. Στο διπλανό κελί από το δικό μου ήταν ένας σμήναρχος που λεγόταν Τάσος Μήνης και είχε πολεμήσει στον Εμφύλιο. Σε μία νυχτερινή έφοδο άρχισαν να τον δέρνουν και να του φωνάζουν “κομμούνι”. Τότε αυτός εξαγριώθηκε, άρπαξε ένα γκλοπ και πήγε να πνίξει έναν από τους βασανιστές. Δεν τα κατάφερε, όμως, και υπέστη άγρια βασανιστήρια» λέει στο ethnos.gr.

Ο Πέτρου ήταν ο προσωπικός μου βασανιστής

«Ο Πέτρου ήταν ο προσωπικός μου βασανιστής. Απ' όλους τους βασανιστές ήταν ο πιο βάρβαρος. Υπήρχε μία συγκεκριμένη κατηγορία: Πέτρου, Καίνιχ, Τσέλιγκας, Δεμερτζίδης. Ήταν οι δεσμοφύλακες οι οποίοι είχαν χρεωθεί και τους υπόλοιπους φαντάρους στην ΕΣΑ. Ο Πέτρου ερχόταν αποκλειστικά σε μένα κάθε πρωί και με χτυπούσε. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχε τέτοιο μένος με εμένα. Όταν έπεσε η χούντα, έμαθα τι είχε συμβεί. Ένας συνάδελφος και σύντροφος εκείνη την εποχή έτυχε να γνωρίζει κάποια κοπέλα με την οποία έβγαιναν έξω. Αυτή η κοπέλα είχε μια φίλη, η οποία ήταν φίλη του Πέτρου. Κάθε βράδυ έβγαιναν με τον Πέτρου, που παρίστανε τον αριστερό, στις ταβέρνες και ο φίλος μου προσπαθούσε να μάθει τι γινόταν στη φυλακή. Έτσι κάθε πρωί ερχόταν και ξεσπούσε πάνω μου» τονίζει ο Διονύσης Μαυρογένης.

«Κατά τη διάρκεια της ανάκρισής μου μπήκε μέσα ένας που φορούσε κουστούμι. Πήγε σε ένα ράφι και πήρε τον φάκελο μου. Ονομαζόταν Κουλουμβάκης. Γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε. “Α, εσύ είσαι ο Μαυρογένης. Να σε ρωτήσω κάτι; Είσαι κομμουνιστής;” “Αυτά λένε, ήταν η δική μου απάντηση”. Στη δίκη των βασανιστών διάβασα το βιογραφικό του και έπαθα σοκ. Ήταν αυτός που συνέλαβε τον Παπαδόπουλο. Είχε σπουδάσει ψυχολογικό πόλεμο στην Αμερική.  Σε ένα από τα διαλείμματα τον πλησίασα και του είπα. “Έλα εδώ, ρε. Με θυμάσαι; Τι μ@λ@κία ήταν αυτή που με είχες ρωτήσει;” Τότε με κοίταξε και μου είπε. “Το έκανα για να δω εάν έσπασες”» συνεχίζει.

Όταν έπεσε η χούντα

«Μόλις έγινε η χούντα του Ιωαννίδη, με φυγάδευσαν στον Ψηλορείτη. Έμεινα στα βουνά μέχρι να πέσουν. Απομονώθηκα σε ένα μιτάτο. Μοναδική μου παρέα ήταν ένας τσοπάνης. Κρητικός με τα όλα του. Όταν άκουσα στις δύο το μεσημέρι τον Ράλλη να λέει από το Παρίσι ότι κάτι γίνεται –είχα ακούσει και το διάγγελμα του Μακάριου–, είπα ότι μέχρι το βράδυ θα πέσουν. Όπερ και εγένετο. Εκείνο το βράδυ η αδελφή μου ήταν στην Ομόνοια. Εκεί υπήρχε ένα περίπτερο και γνώριζα το τηλέφωνό του. Πήρα τηλέφωνο και η απάντησή της ήταν “περίμενε, θα σε πάρω εγώ”. Με καλεί και μου λέει “άκου τι γίνεται”. Είχε πέσει η χούντα και εκείνη τη στιγμή σειόταν η Ομόνοια» θυμάται ο Διονύσης Μαυρογένης.

«Η χούντα δεν έπεσε από το Πολυτεχνείο. Κάποια στιγμή θα έπεφτε από την εξάπλωση του κινήματος. Δεν νομίζω ότι το Πολυτεχνείο ήταν προάγγελος της πτώσης. Η προδιάθεση υπήρχε από το 1972-1973. Τότε άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια αδιέξοδα και αντιθέσεις. Γι’ αυτό ο Ιωαννίδης έριξε τον Παπαδόπουλο. Όμως το οριστικό χτύπημα ήρθε από την Κύπρο» συμπληρώνει.

Χιλιάδες φοιτητές διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας (AP Photo/Aristotle Saris)

Η πραγματική γενιά του Πολυτεχνείου

«H γενιά του Πολυτεχνείου ήταν οποιοσδήποτε πέρασε από εκεί και οποιοσδήποτε συμμετείχε είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο στα γεγονότα. Το πού κατέληξε ο καθένας είναι άλλη ιστορία. Από εκείνη τη γενιά δέκα, είκοσι, τριάντα άνθρωποι έπαιξαν ρόλο στη Μεταπολίτευση. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Τα κόμματα που κουμάνταραν αυτήν τη γενιά έχουν τη δική τους ευθύνη» λέει ο Διονύσης Μαυρογένης.

«Προσωπικά νιώθω ότι έχουμε μία ευθύνη, αλλά είμαστε μια γενιά που δεν ντρέπεται. Εμείς που συμμετείχαμε στα γεγονότα είμαστε η πρώτη γενιά που δεν ντρέπεται. Αυτό το 1.000.000 που κατέβηκε στην πρώτη πορεία το 1974 είναι εκείνοι που ντρέπονται. Ντρέπονται γιατί δεν συμμετείχαν. Εάν το είχαν πράξει, η ιστορία θα τελείωνε εκείνη την ώρα. Αυτοί που φώναζαν το 1974 “δώστε τη χούντα στον λαό” είναι αυτοί που ντρέπονται κατά βάθος» αναφέρει.

«Έχω βαρεθεί να ακούω διάφορους που θέλουν να μου πουν τι έκαναν εκείνο το βράδυ. Όλοι θεωρούν καθήκον τους να μου πουν ότι έκλαιγαν, άκουγαν τον σταθμό κ.λπ. Από τη γενιά μας μπορεί κάποιοι να ψηφίζουν σήμερα συντηρητικά. Όμως δεν ντρέπονται και δεν υπάρχει το αίσθημα της ενοχής που καταλήγει σε σιωπή. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στη γενιά της Αντίστασης και ιδιαίτερα στη γενιά του Εμφυλίου. Άνθρωποι που πήραν μέρος σε αυτά τα γεγονότα έχουν στοιχεία ντροπής γιατί ήταν ήττα γι’ αυτούς. Η ήττα στο Πολυτεχνείο -αν μπορούμε να την πούμε έτσι- ήταν γιατί ήρθε σε πρακτικό επίπεδο. Και αυτό επειδή η χούντα έπεσε ύστερα από εννέα μήνες. Σε ηθικό, όμως, επίπεδο δεν μας έμεινε η πίκρα της ήττας» τονίζει με νόημα.

Στεφάνια και λουλούδια στο μνημείο του Πολυτεχνείο (Eurokinissi/Γιάννης Παναγόπουλος)

Η επιστροφή μου στο Πολυτεχνείο

Ο Διονύσης Μαυρογένης φέρνει στο μυαλό του την επιστροφή του στον τόπο της εξέγερσης.

«Έπειτα από πάρα πολλά χρόνια επέστρεψα στο Πολυτεχνείο. Μπροστά από την είσοδο υπήρχε το δωματιάκι που χρησιμοποιούσε ο κυβερνητικός επίτροπος. Εκεί κάθονταν αυτοί που έκαναν face control σε όσους έμπαιναν. Κάποιοι εξ αυτών μου είπαν: “Απαγορεύεται, κύριε, να μπείτε”. Ένιωσα παράξενα. Τους ρώτησα τότε “τι ακριβώς απαγορεύεται;”. Τους κοιτούσα και τους είπα “σας παρακαλώ, αφήστε με να κάτσω λίγο”. Μου το αρνήθηκαν. Την ώρα που συνομιλούσα μαζί τους πέρασε από μπροστά μου ένας μεγαλύτερος σε ηλικία. Έτυχε να με γνωρίζει. Μας πλησίασε και αφού τους έβρισε τους είπε. “Καλά, ρε, σε ποιον λέτε απαγορεύεται;”. Όταν τους εξήγησε ποιος είμαι, ήρθαν κάποια παιδιά και μου είπαν “περάστε”. Εγώ το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να δω αυτό το δωματιάκι και στη συνέχεια να ανέβω στην Αρχιτεκτονική για να δω ένα καμαράκι όπου είχα κοιμηθεί τις ημέρες των γεγονότων».

Φοιτητές στα παράθυρα του Πολυτεχνείου (Αριστοτέλης Σαρρηκώστας)

Ο αγώνας δικαιώθηκε;

«Όσον αφορά την ανατροπή της δικτατορίας, ο αγώνας που κάναμε δικαιώθηκε. Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι λίγο πράγμα η κατάρρευση της χούντας. Ένα από τα στοιχεία του αγώνα ήταν το “Κάτω η χούντα”. Υπήρχαν, όμως, τα ταξικά προβλήματα. Αυτός ο αγώνας δεν προκάλεσε ταξικά προβλήματα στην κοινωνία. Τα συνθήματα περί “λαοκρατίας” ήταν οριακά και αυτό εκφράστηκε στην ανατροπή. Από εκεί και πέρα, όταν η παρέα σού λέει “τι κάνεις, ρε; Δεν ντρέπεσαι; Είσαι και του Πολυτεχνείου”, αυτό είναι πολύ βαριά κουβέντα.

Όσον αφορά τώρα τα κοινωνικά προβλήματα, η γενιά μας απέτυχε. Εκεί θα μπορούσε η γενιά μας να θέσει ζητήματα. Και ανεχτήκαμε και εφησυχάσαμε και οι ανάγκες ήταν άλλες. Έπρεπε να δουλέψουμε, να κάνουμε οικογένεια. Υπήρξαν και υπάρχουν πολλά παιδιά που στάθηκαν όρθια και δεν εξαργύρωσαν τίποτα. Στον ορυμαγδό του μπάχαλου της Μεταπολίτευσης δεν παίξαμε οργανωμένα ρόλο. Στο Πολυτεχνείο, ο ρόλος που παίξαμε ήταν αυθόρμητος. Μπορεί να φάνηκε εύκολο το ότι καταλήξαμε σε μία κατάληψη και σε μία εξέγερση, αλλά είναι άλλο πράγμα αυτά τα δύο και άλλο πράγμα η συνεχής εποπτεία επάνω στην πορεία του τόπου. Αυτός ο αγώνας δεν τελειώνει ποτέ. Θα το κάνεις εσύ, μετά το παιδί σου και πάει λέγοντας. Τώρα να βγούμε στους δρόμους οι παλιοί του Πολυτεχνείου που είναι  60 και 70 χρονών με προβλήματα υγείας να πούμε τι; Δεν έχει νόημα» καταλήγει.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ