Καποδίστριας: Το καλωσόρισμα στην Αίγινα από τον μετέπειτα δολοφόνο του

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: ΤΟ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΤΟΥ

Η θερμή υποδοχή από τον απλό κόσμο στο Ναύπλιο, ενώ μία ημέρα πριν φτάσει στην πόλη, η φρουρά του Παλαμηδίου βομβάρδιζε την Ακροναυπλία και επικρατούσε αναρχία. Γιατί δεν δέχθηκε να συνοδεύεται από ενόπλους

Την κρύα νύχτα της 6ης Ιανουαρίου 1828 στον ορίζοντα της γραφικής πόλης του Ναυπλίου αρχίζει να αχνοφαίνεται το μήκους 55 μέτρων βρετανικό δίκροτο πολεμικό πλοίο «Warspite 74». Εισέρχεται αργά και επιβλητικά στη μικρή χερσόνησο του Αργολικού κόλπου φιλοξενώντας στις καμπίνες του έναν σημαίνοντα επιβάτη. Ο 52χρονος Ιωάννης Καποδίστριας ερχόταν να αναλάβει κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας. Τιμητικά τον συνοδεύουν ακόμη δύο πολεμικά πλοία, η ρωσική κορβέτα «Ελένη» και το γαλλικό «Ηρα». Η αλήθεια είναι πως τα μπαρουτοκαπνισμένα ιστιοφόρα είχαν ως προορισμό την 
Η θερμή υποδοχή από τον απλό κόσμο στο Ναύπλιο, ενώ μία ημέρα πριν φτάσει στην πόλη, η φρουρά του Παλαμηδίου βομβάρδιζε την Ακροναυπλία και επικρατούσε αναρχία. Γιατί δεν δέχθηκε να συνοδεύεται από ενόπλους. Αίγινα, που θα αποτελούσε άλλωστε και την προσωρινή έδρα της πρώτης ελληνικής κυβέρνησης του νεότευκτου κράτους, κατόπιν επιθυμίας του Καποδίστρια, αλλά οι δυνατοί βόρειοι άνεμοι που έπνεαν στην περιοχή δεν επέτρεψαν στη νηοπομπή να πλεύσει προς το νησί του Αργοσαρωνικού. Ετσι, μέχρι να κοπάσει ο αέρας επιλέχθηκε ως απάνεμο αραξοβόλι το λιμάνι του Ναυπλίου. Ο μελλοντικός κυβερνήτης κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ στη βρετανική φρεγάτα και με την ανατολή του ηλίου ετοιμάστηκε μια λέμβος προκειμένου να τον αποβιβάσει στη στεριά, καθώς ο καιρός εξακολουθούσε να μην του επιτρέπει να μεταβεί στη νησιωτική προσωρινή πρωτεύουσα της χώρας μας. Ο ίδιος είναι αναστατωμένος καθώς έπειτα από μια πολύμηνη περιπέτεια που περιλάμβανε επισκέψεις σε ευρωπαϊκά σαλόνια, συναντήσεις με σημαίνοντες εκπροσώπους ξένων χωρών, περιπλανήσεις σε πόλεις του εξωτερικού που έκρυβαν εντονότατο διπλωματικό παρασκήνιο και εκνευριστικές αναμονές, θα πατούσε επιτέλους σε ελεύθερο ελληνικό έδαφος

Τον βλέπουν ως σωτήρα 

Στην προβλήτα έχουν μαζευτεί από νωρίς σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της πόλης προκειμένου να τον υποδεχθούν, ενώ τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων χαιρετίζουν το γεγονός με κανονιοβολισμούς, ανεβάζοντας παράλληλα στα κατάρτια τους την ελληνική σημαία. Οι σκηνές που ακολουθούν είναι συγκινητικές. Μόλις τον αντικρίζει το πλήθος, αρχίζει να τον επευφημεί και να τον χειροκροτεί παρατεταμένα. Τον βλέπουν ως σωτήρα που έρχεται να τους βγάλει από την ανέχεια. Ρακένδυτοι κραυγάζουν με ενθουσιασμό. Ηλικιωμένοι που έχουν δώσει το αίμα τους για την πατρίδα βουρκώνουν, ενώ νέοι τρέχουν να τον προσεγγίσουν ώστε να του προσφέρουν στεφάνια ελιάς, τα οποία η εξοχότης παραλαμβάνει «μετά πατρικής ιλαρότητας και φιλοστοργίας» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γερμανός μελετητής Καρλ Μέντελσον Μπαρτόλντι, ο οποίος ασχολήθηκε επισταμένως με την καταγραφή της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας από το 1863 που επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη χώρα μας μέχρι και το 1896 που πέθανε. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε εκείνη την ημέρα το γεγονός ότι ο φέρελπις κυβερνήτης δεν δέχθηκε να συνοδεύεται από ενόπλους, όπως συνήθιζε να πράττει το σύνολο των μεγαλόσχημων πολιτικών και στρατιωτικών της εποχής.

«Δεν φρονώ ότι η νέα κυβέρνησις πρέπει να έλθει εις την Ελλάδα επικεφαλής λόχων και πυροβόλων» θα πει. Η συνοδεία του αποτελούνταν μονάχα από τον λόγιο Ιάκωβο Ρίζο-Νερουλό, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Γενεύη και τα κατοπινά χρόνια θα αναλάμβανε μια σειρά από υπουργικούς θώκους, τον έτερο λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη που λίγες ημέρες αργότερα θα αναλάμβανε να οργανώσει το δημόσιο εκπαιδευτήριο της Αίγινας, τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη που θεωρείται ο πρώτος Ελληνας πολεοδόμος και ακόμη τέσσερις έμπιστούς του. Ολη η πομπή, με τον κλήρο μπροστά και τον λαό γύρω τους, μετέβη στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία και ζητήθηκε η βοήθεια του Θεού για το δύσκολο έργο που καλούνταν να επιτελέσουν οι αφιχθέντες. Ο Καποδίστριας είχε φθάσει την κατάλληλη στιγμή. Στο Ανάπλι μέχρι και την προηγούμενη μέρα οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Γρίβας και Νάσος Φωτομάρας βομβάρδιζαν ο ένας τον άλλον. Ο πρώτος χτυπούσε από το Παλαμήδι, ως επικεφαλής της εκεί φρουράς, και ο δεύτερος απαντούσε από την Ακροναυπλία ως επικεφαλής της έτερης φρουράς που ήταν εγκατεστημένη στη συγκεκριμένη βραχώδη χερσόνησο.

Μάλιστα ο Γρίβας είχε απειλήσει ότι την επόμενη μέρα θα κατέβαινε από τον οχυρωμένο λόφο προκειμένου να καταλάβει την πόλη, να συλλάβει ομήρους και να απαιτήσει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών των οπλιτών του. Οταν όμως έμαθαν ποιος φθάνει, προθυμοποιήθηκαν και οι δύο να του παραδώσουν τα κλειδιά των φρουρίων τους. Γενικότερα οι συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού κόλπου ήταν συνεχείς, με την αναρχία να βασιλεύει πάρα πολύ καιρό. Οπως αναφέρει ο διαπρεπής ιστορικός και συγγραφέας Λευτέρης Παπακώστας στο βιβλίο του «Ενας Κυβερνήτης για την Ελλάδα» (εκδόσεις Αγγελάκη), αυτό ακριβώς το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε γενικευμένη σύρραξη ήταν που οδήγησε τον Κερκυραίο πολιτικό, πριν καν επιβιβαστεί στο πλοίο που θα τον μετέφερε στην Ελλάδα, να λάβει την απόφαση να μην εγκατασταθεί τελικά στο Ναύπλιο, που με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης είχε οριστεί από τον Μάιο του 1827 ως «καθέδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής» του νέου κράτους (επειδή ήταν ένας τόπος που μπορούσε να ανεφοδιαστεί και διά θαλάσσης σε περίπτωση πολιορκίας), αλλά να μεταφέρει την προσωρινή έδρα στην Αίγινα που η κατάσταση ήταν πολύ πιο ελεγχόμενη και θα μπορούσε να συντονίσει με νηφαλιότητα το επίπονο έργο που καλούνταν να περατώσει. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως όταν τον προσέγγισαν οι προεστοί, τους ξεκαθάρισε ότι βρισκόταν στην περιοχή «ως απλός περιηγητής». 

Το καλωσόρισμα στην Αίγινα από τον μετέπειτα δολοφόνο του

«Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου...» περιγράφει συγκλονισμένος ο κυβερνήτης  τις στιγμές που έζησε όταν έφτασε στο νησί. 

Λιγο πριν αναχωρήσει από το Ναύπλιο για το νησί του Σαρωνικού, ο Καποδίστριας θα συναντηθεί με τον 33χρονο πρόξενο της Αυστρίας στο Ναύπλιο, Αντον Πρόκες φον Οστεν. Ο μετέπειτα πρέσβης του ισχυρού ομόσπονδου κράτους της Κεντρικής Ευρώπης στην Αθήνα θα αναφέρει σε επιστολή προς το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του τη συνάντηση ως εξής: «Το βράδυ της ίδιας μέρας (6.1.1928) μίλησα με τον Καποδίστρια μόνος για μερικές ώρες. Κατοικεί στο σπίτι του εμπόρου Εμμανουήλ Ξένου. Για τον εαυτό του διαθέτει ένα και μοναδικό δωμάτιο. Μέσα σε αυτό υπάρχουν το κρεβάτι του, εκστρατείας, ένα τραπέζι, δύο καρέκλες. ‘‘Βλέπετε πώς έχω στρατοπεδεύσει;’’ είπε χαμογελώντας. Οι τρόποι του, το παράστημά του, ο τόνος της φωνής του, η συνοχή των όσων έλεγε εκέρδισαν τη συμπάθειά μου».

Επειτα από συνολικά τρεις ημέρες παραμονής στο Ναύπλιο, ο πάλαι ποτέ υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας επιβιβάζεται ξανά στο αγγλικό πολεμικό πλοίο «Warspite 74» προκειμένου να μεταβεί στην Αίγινα, η οποία είναι έτοιμη εδώ και μέρες να υποδεχθεί τον κυβερνήτη. Η νηοπομπή Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας προσορμίζεται στον κεντρικό λιμένα του νησιού αργά το απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου 1828. Μόλις αγκυροβολεί, ο Καποδίστριας δέχεται επί του σκάφους την τριμελή Αντικυβερνητική Επιτροπή που υποβάλλει τα σέβη της μαζί με τους υπουργούς και την τοπική δημογεροντία. Την Αντικυβερνητική Επιτροπή (σ.σ.: η λέξη «αντικυβερνητική» έχει την έννοια της αντικατάστασης αντί του κυβερνήτη) είχε ορίσει η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας από τις 2 Απριλίου 1827 και εκτελούσε χρέη διοίκησης μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια. Απαρτιζόταν από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τον Ιωάννη Μ. Μιλαήτη και τον Ιωαννούλη Νάκο. Ο πρώτος εκ των τριών ήταν τότε 27 ετών. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα κάρφωνε με μανία το μαχαίρι του στα σπλάχνα του Καποδίστρια, αφήνοντάς τον νεκρό. Στην παρούσα φάση, όμως, επικρατούσε κλίμα ευφορίας. Μετά τη συνάντηση, ο Καποδίστριας επιβιβάζεται σε λέμβο που τον αφήνει στην προβλήτα. 

Δέκα από τις προσωπογραφίες του Ι. Α. Καποδίστρια

Εκείνο το σούρουπο «τον υποδέχθηκαν όλοι, με κλαύματα χαράς. [...] Θεέ μου, τι να ενθυμηθή κανένας και να γράψη... Πώς να ζωγραφίση αυτό το ηθικό εκείνης της ώρας. Αλλος έτρεχεν εδώ, άλλος εκεί, άλλος πηδούσεν, άλλος χόρευεν. Οι δρόμοι ταράττοντο. [...] Ο λαός εστόλισε τας οικίας με μυρσίνας και δάφνας και ετοίμαζε την φωτοχυσίαν. Προετοιμασμένα τα πάντα διά την τελετήν της υποδοχής του Κυβερνήτου, το Βουλευτικόν Σώμα, το Ιερατείο, η Αντικυβερνητική Επιτροπή με τους Υπουργούς και όλος ο λαός κάθε τάξεως, άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά έτρεξαν εις την Περιβόλαν, όπου έμελλε να αποβιβασθή ο Κυβερνήτης. [...] Μόλις επάτησεν το έδαφος και όλων αι καρδίαι εσκίρτησαν πάλιν του λαού» θα γράψει γλαφυρά ο αγωνιστής της Επανάστασης και ιστορικός Νικόλαος Κασομούλης, οι σημειώσεις του οποίου παραμένουν από τις σημαντικότερες πηγές της περιόδου του 1821. Ο Καποδίστριας θα μεταβεί στον μικρό καθεδρικό ναό της Παναγίας προκειμένου να εκκλησιαστεί και θα σταθεί πλάι στον μετέπειτα δολοφόνο του, Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Πού να ’ξερε τι του επεφύλασσε η μοίρα..

αριστ. Ο Γεώργιος Δ’, βασιλιάς του Ηνωμένου Βασιλείου και του Ανόβερου, δεν συμπαθούσε τους «επαναστατικούς ανθρώπους» / δεξιά Ο βασιλιάς Κάρολος Ι’

Ορκωμοσία 

Ο Καποδίστριας θα ορκισθεί κυβερνήτης στις 25 Ιανουαρίου 1928 και την επόμενη μέρα θα τον επισκεφθεί ο προκάτοχός του στην εξουσία, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, «φορώντας την λαμπρότερη ενδυμασία του, βουτηγμένη εις το μάλαμα»· την ίδια ενδυμασία θα φοράει και την ημέρα που θα του αφαιρέσει τη ζωή. Ο κυβερνήτης θα του περιγράψει συγκλονισμένος τις στιγμές που έζησε κατά τη διάρκεια της υποδοχής του στο νησί. Αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτήν την περιγραφή, γιατί δείχνει την κατάσταση που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στον τόπο μας. Την έχει διασώσει ο αγωνιστής της Επανάστασης του ’21 και ιστορικός Γεώργιος Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια»: «Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασαν εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί... ‘‘Ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!’’ εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και δάφνη του στολισμένου δρόμου από τον γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες, μου εζητούσαν ν’ αναστήσω τους πεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ».

Ο Καποδίστριας λαμβάνει εξαρχής ρηξικέλευθες αποφάσεις θεωρώντας πως μόνο έτσι θα ορθοποδήσει η χώρα. Οι όροι που θέτει φαντάζουν σε πολλούς αμιγώς δικτατορικοί. Κατ’ αρχάς αναστέλλει την εφαρμογή του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 για ευθετότερο χρόνο. Εκτιμά πως μια κατεστραμμένη χώρα με εμφύλιες διαμάχες δεν ήταν ακόμα ώριμη να κυβερνηθεί με συνταγματικούς θεσμούς. Παράλληλα καταργεί το Βουλευτήριο και το αντικαθιστά με το Πανελλήνιον, ένα γνωμοδοτικό Σώμα που είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα. Μάλιστα όταν βλέπει ότι τα 27 μέλη του φέρνουν αντιρρήσεις στα όσα προτείνει, προσθέτει άλλα 9 μέλη που τον βοηθούν να αποκτά πλειοψηφία στη στήριξη των απόψεών του. Συν τοις άλλοις, καταργεί την ελευθεροτυπία και διορίζει τα αδέλφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αντιστρατήγου και του αντιναυάρχου αντίστοιχα, αν και όπως αποδείχθηκε κανένας τους δεν είχε ηγετικές ικανότητες. 

Οικογένεια Καποδίστρια

Πλούσιο έργο

Το πλούσιο έργο που επιτέλεσε ο επικεφαλής της ελληνικής διοίκησης όμως είναι αναμφισβήτητο. Διενήργησε την πρώτη απογραφή πληθυσμού, δημιούργησε δικαστήρια, θέσπισε Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατέστειλε την πειρατεία, αναδιοργάνωσε τον Στρατό, ίδρυσε τη Σχολή Ευελπίδων, έφτιαξε Εθνικό Νομισματοκοπείο κόβοντας ως νέο νόμισμα τον Φοίνικα, οργάνωσε το εκπαιδευτικό σύστημα, ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο, Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και Σχολή Δασκάλων στο Αργος, ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, προχώρησε στη διοικητική διαίρεση της χώρας, λειτούργησε Εθνικό Τυπογραφείο, έφερε πολεοδόμους, μηχανικούς και αρχιτέκτονες για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων και μερίμνησε από την πρώτη στιγμή για τα ορφανά. Και όλα αυτά συγκεντρώνοντας χρηματικούς πόρους από το μηδέν. Οπως επεσήμαινε στην αναφορά του προς τον Καποδίστρια ο τότε επί της Επικρατείας γραμματεύς της Οικονομίας (ο αντίστοιχος υπουργός Οικονομικών σήμερα) Π.Ν. Λιδωρίκης, «όχι μόνο χρήματα δεν υπάρχουν εις το ταμείον, αλλ’ ούτε ταμείον υπάρχει, διότι δεν υπήρξε ποτέ»! 

Δολοφονία Καποδίστρια

Η οδύσσεια και η ιδιότυπη ομηρεία μέχρι να φθάσει στην Ελλάδα 

16 ΙΟΥΛΙΟΥ 1827 – 2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1828 

Ενα εντονότατο παρασκήνιο συνοδεύει την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, καθώς είχε ξεκινήσει για να έρθει στη χώρα μας... πέντε μήνες νωρίτερα. Τι συνέβη στο μεσοδιάστημα; Κατ’ αρχάς θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι σχεδόν κανένας από τους Ευρωπαίους διπλωμάτες δεν έβλεπε με συμπάθεια την απόφαση της ελληνικής Εθνοσυνέλευσης να καλέσει το συγκεκριμένο πρόσωπο για κυβερνήτη, αφού προτιμούσαν κάποιο πρόσωπο ευκολότερα διαχειρίσιμο, ιδίως η Αγγλία και η Γαλλία. Ο ίδιος αναχώρησε από τα θερινά ανάκτορα της Πετρούπολης (πρωτεύουσας τότε της τσαρικής Ρωσίας) στις 16 Ιουλίου 1827 έχοντας εκποιήσει νωρίτερα όλα τα υπάρχοντά του. Φθάνει στο Βερολίνο, πρώτο σταθμό του ταξιδιού, στις 23 του ίδιου μήνα, όπου γίνεται δεκτός με τιμές από τη βασιλική οικογένεια της Πρωσίας. Στις τέσσερις ημέρες που παρέμεινε είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με πλήθος διπλωματών. Ακολούθως μεταβαίνει στη Βαϊμάρη, όπου γίνεται δεκτός από τον φίλο του βαρόνο Φον Στάιν και τον παλιό του γνώριμο Γερμανό ποιητή Γκαίτε, και από το Αμβούργο παίρνει στις 30 Ιουνίου το πλοίο για Λονδίνο.

Στήριξε πολλά στο γεγονός ότι πρωθυπουργός στη Βρετανία ήταν ο φιλέλληνας Τζορτζ Κάνινγκ. Μέχρι να φτάσει όμως στην αγγλική πρωτεύουσα, στις 2 Αυγούστου 1827, ο Κάνινγκ έχει δυστυχώς πεθάνει από πνευμονία και το Ηνωμένο Βασίλειο ετοιμάζεται για την ταφή του, που θα γινόταν την επόμενη μέρα. Οι ελπίδες του να εξασφαλίσει έναν σημαντικό συμπαραστάτη εξανεμίζονται. Τον αντικαταστάτη του, Φρεντερίκ Ρόμπινσον, ούτε καν τον γνωρίζει. Ζητά να δει τον βασιλιά Γεώργιο Δ’. Η σκηνή είναι αποκαλυπτική. Ο Καποδίστριας παραμένει επί ώρα όρθιος στην αίθουσα της πινακοθήκης των ανακτόρων του Ουίνδσορ. Ανοίγει μια πλαϊνή πόρτα και εισέρχεται ο μονάρχης «αμελώς ενδεδυμένος». Χαζεύει τους πίνακες και όταν φθάνει στον Καποδίστρια του λέει στα γαλλικά: «Α! Εδώ είσθε, κύριε κόμη, είμαι πολύ ευτυχής που σας βλέπω». Και αποχωρεί... Νωρίτερα ο βασιλιάς είχε δηλώσει στον πρεσβευτή της Ρωσίας πως δεν συμπαθούσε τους «επαναστατικούς ανθρώπους». Ανάλογη στάση κρατάει σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος στη Βρετανία. Επισπεύδοντας την αναχώρησή του, μεταβαίνει στις 16 Σεπτεμβρίου στο πιο φιλικό Παρίσι για να κουβεντιάσει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους «υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου και την εγγύηση των τριών Δυνάμεων». Ζητά επίσης τη σύναψη δανείου, αλλά οι συνομιλητές του είναι επιφυλακτικοί. Ο βασιλιάς Κάρολος Ι’ όμως σε συνεργασία με τη γαλλική κυβέρνηση εγκρίνει την αποστολή 15.000 στρατιωτών στην Πελοπόννησο, ώστε να συμβάλουν στη συγκρότηση του νεοπαγούς κράτους. Αλλωστε στις 7 Νοεμβρίου είχε καταστραφεί ο τουρκο-αιγυπτιακός στόλος στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Στις 22 Οκτωβρίου, τελευταία ημέρα παραμονής του στο Παρίσι, ο Καποδίστριας συναντά τον Αδαμάντιο Κοραή. Επόμενος σταθμός ήταν η Βασιλεία, μετά η Γενεύη όπου είδε τον τραπεζίτη Εδουάρδο Λο, το Τορίνο, η Μπολόνια, και στις 20 Νοεμβρίου κατέληξε στην Ανκόνα όπου θα επιβιβαζόταν στο πλοίο που του είχε υποσχεθεί η αγγλική κυβέρνηση προκειμένου να αφιχθεί στην Ελλάδα. Ο ίδιος προτιμούσε να πάρει ελληνικό σκάφος και να μεταβεί πρώτα στην Κέρκυρα ώστε να προσκυνήσει στον τάφο του πατέρα του, αλλά οι Αγγλοι του το απαγόρευσαν. Παρέμεινε σε αυτήν την ιδιότυπη ομηρεία για 40 μέρες, «οι χειρότερες της ζωής του» όπως έχει γράψει

Ο Καποδίστριας λαμβάνει εξαρχής ρηξικέλευθες αποφάσεις θεωρώντας πως μόνο έτσι θα ορθοποδήσει η χώρα

Στη Μάλτα

Τελικά ο Βρετανός ναύαρχος Εντουαρντ Κόδριγκτον θα του στείλει το μικρό πολεμικό σκάφος «Wolf», με τη δικαιολογία ότι τα υπόλοιπα επιδιορθώνονταν από τις ζημιές που είχαν υποστεί στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Λίγο έξω από την Κέρκυρα όμως πέφτει σε μεγάλη θαλασσοταραχή και αναγκάζεται να αλλάξει πλοίο και μπαίνει στο «Warspite 74», το οποίο όμως τον πηγαίνει ακούσια στη Μάλτα που είχε την έδρα του ο ναύαρχος. Ετσι, για να τον γνωρίσει από κοντά. Επιτέλους, στις 2 Ιανουαρίου 1828 θα αναχωρήσει με τιμές από το λιμάνι της Βαλέτας για το Ναύπλιο.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ