28 Αυγούστου 2014: Πέντε χρόνια Ερντογάν με εντάσεις, ανατροπές και προκλήσεις
(δεξιά) Ερντογάν, 14 Αυγούστου 2014 - Άγκυρα (copyright: AP photo)

28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014: ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΜΕ ΕΝΤΑΣΕΙΣ, ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

Πέντε χρόνια «πλούσια» σε εντάσεις, ανατροπές και προκλήσεις συμπληρώνονται στις 28 Αυγούστου από την πρώτη ορκωμοσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην προεδρία της Τουρκίας

Ήταν 28 Αυγούστου του 2014, όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ορκίστηκε πρόεδρος της Τουρκίας ενώπιον της εθνοσυνέλευσης στην Άγκυρα, σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη μιας νέας, βαθιά ισλαμοσυντηρητικής εποχής για τη χώρα σε όλα τα μέτωπα, εντός αλλά και εκτός των συνόρων, μιας εποχής συγκεντρωτικής, αλλά και διχαστικής συνάμα.

Μιλώντας την περίοδο εκείνη δημοσίως, ο Ερντογάν κήρυττε την έλευση μίας «νέας μεγάλης Τουρκίας», αναγνωρίζοντας, όμως παράλληλα, ως στόχους τόσο την ένταξη της χώρας στην ΕΕ όσο και την ειρήνευση με τους Κούρδους του PKK. Όλα αυτά, βέβαια, κάνοντας ταυτόχρονα και τον χαιρετισμό «ραμπιά», σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου.

Είχαν προηγηθεί οι προεδρικές εκλογές της 10ης Αυγούστου του 2014, στις οποίες ο Ερντογάν επικράτησε με ποσοστό 51,79%. «Σήμερα είναι η ημέρα που ανοίγουμε τις πόρτες σε ένα νέο ξεκίνημα, η ημέρα που ιδρύουμε μία νέα Τουρκία», διακήρυττε τότε ο ίδιος.

Ακριβώς πέντε χρόνια μετά, ο 65χρονος πια Τούρκος ηγέτης διατηρεί την (εκτελεστική πλέον και σαρωτικά ενισχυμένη) προεδρία σε μια χώρα βαθιά διχασμένη, που κάνει πόλεμο ενάντια στους Κούρδους και απομακρύνεται από την ΕΕ, έχοντας ο ίδιος εν τω μεταξύ αναθεωρήσει το τουρκικό Σύνταγμα και ανανεώσει τη θητεία του έως το επετειακό 2023, ένα έτος ορόσημο, καθώς τότε συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυση της τουρκικής Δημοκρατίας.

Ερντογάν - Νταβούτογλου 27 Αυγούστου 2014 (copyright: AP photo)

Για να φτάσει βέβαια ο Ερντογάν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, έπρεπε να μεσολαβήσουν πολλά και επεισοδιακά τα τελευταία πέντε χρόνια στην Τουρκία:

  • Συνολικά πέντε εκλογικές αναμετρήσεις (τρεις βουλευτικές, μια προεδρική, μια τοπική/δημοτική)
  • Ένα δημοψήφισμα
  • (τουλάχιστον) Δύο τουρκικές στρατιωτικές εισβολές στα εδάφη της γειτονικής Συρίας
  • Μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος
  • Δεκάδες πολύνεκρα τρομοκρατικά χτυπήματα στο εσωτερικό
  • Μια κολοσσιαία συμφωνία (κοινή δήλωση) με την ΕΕ στο μέτωπο του προσφυγικού
  • Ουκ ολίγοι τουρκικοί εκβιασμοί σε Ανατολική Μεσόγειο-κυπριακή ΑΟΖ (με αιχμή τις ενεργειακές εξελίξεις) και Αιγαίο (με αιχμή τις προσφυγικές ροές)
  • Πολλά παζάρια με Ρώσους και Αμερικανούς για τις περιοχές ελέγχου στο μέτωπο του Συριακού
  • Και μια σειρά από αλληλοεπικαλυπτόμενες κρίσεις στις σχέσεις της Τουρκίας με τον «έξω κόσμο»

Κομβικό σημείο για να κατανοήσει κανείς καλύτερα την τροπή που έμελλε να πάρουν οι εξελίξεις στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια αποτελεί η (προσωρινή όπως έμελλε να αποδειχθεί) απώλεια της αυτοδυναμίας για το ισλαμοσυντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2015.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαιρετά σε τηλεοπτικό μήνυμα - 24 Ιουλίου 2016 (copyright: AP photo)

Το φιλοκουρδικό Κόμμα Δημοκρατίας των Λαών (HDP) καταφέρνει τον Ιούνιο του 2015, υπό τον κουρδικής καταγωγής Τούρκο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, για πρώτη φορά ως μεμονωμένο κόμμα, να σπάσει το αντιδημοκρατικό φράγμα του 10% και να εισέλθει στη βουλή με ποσοστό 13,12% και συνολικά 80 έδρες (από τις συνολικά 550), ισοφαρίζοντας μάλιστα σε έδρες το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Το AKP βρίσκεται ξαφνικά, με μόλις 258 βουλευτές, να μην μπορεί να προωθήσει εκείνες τις συνταγματικές αλλαγές που απαιτούνταν προκειμένου ο Ερντογάν να εξασφαλίσει τις προεδρικές υπερεξουσίες που διακαώς επιθυμούσε. Με τις έδρες που διαθέτει, το AKP δεν μπορεί ούτε καν να παραπέμψει την προωθούμενη συνταγματική αναθεώρηση σε δημοψήφισμα. Θορυβημένο μπροστά στα νέα δεδομένα, το ισλαμοσυντηρητικό τουρκικό κατεστημένο αποφασίζει να αντεπιτεθεί ανεβάζοντας τους τόνους, καθώς παράλληλα εισέρχεται και σε τροχιά προσέγγισης με τους εθνικιστές του Μπαχτσελί.

Ως πρόεδρος ο Ερντογάν προκρίνει την επιστροφή στις κάλπες εντός τριμήνου και «εργάζεται» προς αυτήν την κατεύθυνση, ερχόμενος μάλιστα σε σύγκρουση και με τον πρωθυπουργό Νταβούτογλου που φαίνεται αντιθέτως να προκρίνει το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ερντογάν καθυστερεί περίπου έναν μήνα να δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και εν συνεχεία ναρκοθετεί τις διαπραγματεύσεις, ενώ παράλληλα η χώρα βυθίζεται σε έναν «καλά ενορχηστρωμένο» κύκλο βίας με τους Κούρδους του PKK. Τον Ιούλιου του 2015 ο Ερντογάν δηλώνει σε δημοσιογράφους στην Άγκυρα ότι η ειρήνη είναι πλέον «αδύνατη» με τους Κούρδους, τερματίζοντας έτσι μια ειρηνευτική διαδικασία που είχε ξεκινήσει το 2012. Στα τέλη του ιδίου μήνα, η τουρκική πολεμική αεροπορία ξεκινά να σφυροκοπεί θέσεις του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) στο Βόρειο Ιράκ, με το πρόσχημα της καταπολέμησης της… από ανατολάς τζιχαντιστικής απειλής. Σημειώνεται ότι έως και εκείνη τη στιγμή, το καθεστώς Ερντογάν αρνείτο να ενταχθεί στο συνασπισμό των δυνάμεων που μάχονταν ενάντια στο ISIS στη Συρία, ενώ είχε παράλληλα κατηγορηθεί και ότι στηρίζει τους τζιχαντιστές ενάντια στον Άσαντ. Η πολεμική ένταση ανεβαίνει όμως κατακόρυφα στις πλειοψηφικά κουρδικές περιοχές στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας.

Εκλογικές αφίσες Ερντογάν και Σελαχατίν Ντεμιρτάς (copyright: AP images)

Αντιδρώντας στην κλιμακούμενη ένταση, το φιλοκουρδικό Κόμμα Δημοκρατίας των Λαών (HDP) μαζί με συνδικάτα και οργανώσεις της τουρκικής Αριστεράς πραγματοποιούν στις 10 Οκτωβρίου μια συγκέντρωση «για την ειρήνη» στην Άγκυρα, μια συγκέντρωση που βυθίζεται ωστόσο στο αίμα. Λίγο μετά τις 10 το πρωί, διπλή βομβιστική επίθεση συνταράζει την περιοχή μπροστά από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της τουρκικής πρωτεύουσας, όπου βρίσκονται οι συγκεντρωμένοι. Ο απολογισμός, τραγικός: 109 νεκροί και περισσότεροι από 500 τραυματίες. Το πλέον πολύνεκρο τρομοκρατικό χτύπημα στα σύγχρονα τουρκικά χρονικά. Μικρή λεπτομέρεια… οι φήμες σύμφωνα με τις οποίες το PKK ετοιμαζόταν πριν το τρομοκρατικό χτύπημα να κηρύξει μονομερώς κατάπαυση του πυρός...

Και κάπως έτσι, μέσα σε κλίμα έντασης, το ισλαμοσυντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν καταφέρνει να ανακτήσει την αυτοδυναμία του στις επαναληπτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου (με ποσοστό 49,5% και 317 έδρες σε σύνολο 550), χωρίς όμως να καταφέρει να ξεφορτωθεί το φιλοκουρδικό HDP που υφίσταται μεν απώλειες αλλά καταφέρνει να διατηρήσει την παρουσία του στη βουλή με ποσοστό 10,8% και 59 έδρες.

Τρεις εβδομάδες αργότερα, ωστόσο, στις 24 Νοεμβρίου του 2015 η ένταση θα χτυπήσει και πάλι κόκκινο, αυτήν τη φορά στον άξονα Τουρκίας-Ρωσίας, έπειτα από την κίνηση των Τούρκων να καταρρίψουν ένα ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος τύπου Sukhoi Su-24 στη μεθόριο με τη Συρία. Ο Ερντογάν καλεί τότε τη Μόσχα να ζητήσει συγγνώμη υποστηρίζοντας ότι το ρωσικό αεροσκάφος παραβίασε τον τουρκικό εναέριο χώρο. Οι Ρώσοι, ωστόσο, από την πλευρά τους αρνούνται τις κατηγορίες και αντεπιτίθενται με κυρίως οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις κατά της Άγκυρας. «Αυτοί που παραβίασαν τον εναέριο χώρο μας είναι εκείνοι που οφείλουν να ζητήσουν συγγνώμη. Οι πιλότοι μας και οι ένοπλες δυνάμεις μας απλά εκπλήρωσαν τα καθήκοντά τους», διακηρύττει χαρακτηριστικά ο Τούρκος πρόεδρος, με τους αναλυτές ωστόσο να εκτιμούν ότι εκείνος ίσως να προσπαθεί στην πραγματικότητα να παρασύρει το ΝΑΤΟ σε κινήσεις που θα δώσουν το «ελευθέρας» στην Άγκυρα για να δράσει ενάντια σε Κούρδους και Άσαντ στη Συρία.

Ερντογάν και Αμπντουλάχ Γκιούλ με τις συζύγους τους - 28 Αυγούστου 2014 (AP images)

Το 2016, που ακολουθεί, θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά των πολλών τρομοκρατικών χτυπημάτων, της συμφωνίας με την Ευρώπη στο προσφυγικό, του πραξικοπήματος, των σαρωτικών διώξεων, της καταστολής αλλά και της επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία, όπως άλλωστε και της πρώτης τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στα εδάφη της Συρίας.

Στις 18 Μαρτίου του 2016, οι ηγέτες της ΕΕ συναντώνται με τον Τούρκο πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου και καταλήγουν σε μια συμφωνία-κοινή δήλωση «προκειμένου να σταματήσει η ροή των παράτυπων μεταναστών μέσω της Τουρκίας προς την Ευρώπη, να εξαρθρωθεί το επιχειρηματικό μοντέλο των διακινητών και να παρασχεθεί εναλλακτική λύση στους μετανάστες, ώστε να μην θέτουν τη ζωή τους σε κίνδυνο». Στο ίδιο πλαίσιο, η ΕΕ συμφωνεί να «επισπεύσει την εκταμίευση 3 δισ. ευρώ» στην Τουρκία και να «κινητοποιήσει ακόμη 3 δισ. ευρώ» καθώς και να «επιταχύνει την εκπλήρωση του χάρτη πορείας για την ελευθέρωση των θεωρήσεων, με στόχο την άρση της υποχρέωσης θεώρησης για τους Τούρκους πολίτες» που ταξιδεύουν στην Ευρώπη. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, ουκ ολίγοι εκβιασμοί από την πλευρά της Άγκυρας, με τον Ερντογάν και τους συν αυτώ να απειλούν «να ανοίξουν τις πύλες και να πλημμυρίσουν την Ευρώπη με μετανάστες», εκβιασμοί που, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, τελικώς απέδωσαν.

Το 2016 βρίσκει όμως παράλληλα τον Ερντογάν να «γιορτάζει» και τη συμπλήρωση 20 ετών από την Κρίση των Ιμίων του 2016, μέσα από νέες αλυτρωτικές εξαγγελίες και αναθεωρητικά επεκτατικές διεκδικήσεις (έναντι της Ελλάδας, του Ιράκ, της Συρίας κ.ά.), στέλνοντας το μήνυμα ότι «τα σύνορα της τουρκικής καρδιάς» εκτείνονται πολύ πέρα από τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας όπως εκείνα έχουν οριστεί από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923.

Έως και τα τέλη του Ιουνίου του 2016, ο Ερντογάν θα έχει όμως αποκαταστήσει και τους δεσμούς του με τη Μόσχα. «Θέλω να εκφράσω τα συλλυπητήριά μου στην οικογένεια του Ρώσου πιλότου που έχασε τη ζωή του και λέω συγγνώμη», σημειώνει ο ίδιος σε επιστολή που απέστειλε τον Ιούνιο στον Ρώσο ομόλογό του, Βλάντιμιρ Πούτιν.

Κλωτσούν Τούρκο στρατιώτη κατά το στρατιωτικό πραξικόπημα / Κωνσταντινούπολη - 16 Ιουλίου 2016 (copyright: AP photo)

Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, ωστόσο, θα ακολουθήσει μια απόπειρα πραξικοπήματος που θα σηματοδοτήσει και την απαρχή μιας νέας εποχής για την Τουρκία στο εσωτερικό αλλά και για τις σχέσεις της χώρας με τον έξω κόσμο. Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αποτυγχάνει να ανατρέψει τον Ερντογάν. Του επιτρέπει όμως να βγει στην αντεπίθεση, με λυμένα πλέον τα χέρια εκκαθαρίζοντας τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό από όλους τους φερόμενους ως «εχθρούς». Αντλώντας «νομιμοποίηση» από την απόπειρα ανατροπής του, ο Ερντογάν προχωράει σε δεκάδες χιλιάδες συλλήψεις στρατιωτικών, δικαστών, δημοσιογράφων κ.ά. αλλά και σε εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, ενώ παράλληλα βάζει λουκέτο και σε συνολικά εκατοντάδες αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ. Οι διωκόμενοι κατηγορούνται ως υποστηρικτές του αυτοεξόριστου στην Πενσιλβανία Τούρκου ιμάμη, Φετουλάχ Γκιουλέν, στον οποίο άλλωστε ο Ερντογάν χρεώνει και την απόπειρα πραξικοπήματος. Από τις διώξεις δεν γλιτώνουν ούτε και οι Κούρδοι, με τον ηγέτη του φιλοκουρδικού Κόμματος Δημοκρατίας των Λαών (HDP), Σελαχατίν Ντεμιρτάς, επίσης να σύρεται στη φυλακή κατηγορούμενος προφανώς όχι ως «γκιουλενιστής» αλλά ως υποστηρικτής των «τρομοκρατών» του PKK.

Στο ίδιο πλαίσιο, το τουρκικό καθεστώς οδηγεί στη φυλακή και έναν Αμερικανό πάστορα, τον Άντριου Μπράνσον, τον οποίο στην πορεία θα επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ανταλλάξει με τον Γκιουλέν, ενώ ως «γκιουλενιστές» αποκηρύσσονται πλέον και οι Τούρκοι στρατιωτικοί που είχαν καταρρίψει το ρωσικό μαχητικό στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, εκείνοι τους οποίους μόλις ολίγους μήνες νωρίτερα ο ίδιος ο Ερντογάν υπερασπιζόταν ως «ορθά πράττοντες». Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η τουρκική ηγεσία απαιτεί από την Ελλάδα να εκδώσει πίσω στην Τουρκία και τους οχτώ Τούρκους στρατιωτικούς που διέφυγαν με ελικόπτερο στην Αλεξανδρούπολη αμέσως μετά το πραξικόπημα.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο Ερντογάν εισβάλλει στρατιωτικά στη Συρία, με χερσαίες δυνάμεις και πυροβολικό, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη».

Υποστηρικτές Ερντογάν επιτίθενται σε Τούρκους δημοσιογράφους / Άγκυρα 16 Ιουλίου 2016 (copyright: AP photo)
Καμμένα οχήματα από αεροπορική επίθεση κοντά στο προεδρικό μέγαρο στην Άγκυρα - 17 Ιουλίου 2016 (copyright: AP photo)

Το 2016 φεύγει αφήνοντας πίσω του έναν τραγικό απολογισμό: τουλάχιστον 29 τρομοκρατικά χτυπήματα και ένα αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα, με το συνολικό αριθμό των νεκρών στην Τουρκία να προσεγγίζει ή ακόμη και να ξεπερνάει τους 700. Μεταξύ των θυμάτων, και ο Ρώσος πρέσβης στην Άγκυρα, Αντρέι Κάρλοφ, που δολοφονήθηκε πισώπλατα τον Δεκέμβριο του 2016 στην τουρκική πρωτεύουσα από εκτός υπηρεσίας Τούρκο αστυνομικό.

Το 2017, όμως, ξεκινάει και αυτό, με τους χειρότερους οιωνούς, με ένα νέο πολύνεκρο τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά της Κων/πολης, το κατά σειρά ένατο που κλονίζει την Πόλη μέσα σε διάστημα 12 μηνών. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου προς τη 1η Ιανουαρίου, ένοπλος φερόμενος ως τζιχαντιστής ανοίγει πυρ μέσα στο νυχτερινό κέντρο «Reina» στην Κων/πολη, αφήνοντας πίσω 39 νεκρούς και 79 τραυματίες.

Το 2017 θα μείνει όμως στην ιστορία και για άλλα πολλά: για το δημοψήφισμα του Απριλίου αλλά και για την κατάρρευση των σχετικών με το Κυπριακό συνομιλιών στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας.

Την Κυριακή, 16 Απριλίου, σχεδόν 50 εκατομμύρια ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες για να πάρουν θέση με ένα «ναι» («evet») ή ένα «όχι» («hayir»), υπέρ ή κατά της αναθεώρησης του τουρκικού συντάγματος προς την κατεύθυνση της μετάβασης σε ένα σύστημα εκτελεστικής υπερπροεδριας στο πλαίσιο του οποίου θα ενισχύονται αποφασιστικά οι εκτελεστικές εξουσίες του προέδρου Ερντογάν. Το αποτέλεσμα, αν και οριακό (51,4% έναντι 48,6%), εξασφαλίζει στον Ερντογάν το πράσινο φως που εκείνος επιθυμούσε για να «αλώσει» την κοσμική κληρονομία του Μουσταφά Κεμάλ, εισάγοντας την Τουρκία σε μια νέα δομικά ισλαμοσυντηρητική εποχή, με την αντιπολίτευση ωστόσο από την πλευρά της να καταγγέλλει νοθεία.

Οδεύοντας προς το δημοψήφισμα, ο Ερντογάν είχε μάλιστα φροντίσει να δαιμονοποιήσει και την Ευρώπη, παρουσιάζοντας τους Ολλανδούς ως «σφαγείς της Σρεμπρένιτσα» και τους Γερμανούς ως «ναζί». Τον Φεβρουάριο του 2017, συλλαμβάνεται μάλιστα στην Τουρκία ως «κατάσκοπος» και ο γνωστός Γερμανός δημοσιογράφος της εφημερίδας Welt, Ντενίζ Γιουτζέλ, ο οποίος θα παραμείνει φυλακισμένος εκεί έως και τον Φεβρουάριο του 2018.

Πρεσβευτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης τιμούν τα θύματα των δύο θανατηφόρων βομβιστικών επιθέσεων στην Άγκυρα, 12 Οκτωβρίου 2015 (copyright: AP photo)
Επίθεση σε μάσκα του Φετουλάχ Γκιουλέν που κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για το πραξικόπημα - 29 Ιουλίου 2016 (copyright: AP photo)

Τον Ιούλιο του 2017 καταρρέουν στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας οι συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού, συνομιλίες που είχαν ξεκινήσει δύο χρόνια πριν από τους Νίκο Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί μέσα σε κλίμα υψηλών προσδοκιών. Η τουρκική ευθύνη, προφανής, καθώς η Άγκυρα εμφανίζεται να επιμένει σε πολλές από εκείνες τις προκλητικά μαξιμαλιστικές απαιτήσεις που καθιστούν αδύνατη παλαιόθεν κάθε προοπτική προόδου στο Κυπριακό.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο 2018: μια χρονιά πλούσια σε προκλήσεις ειδικά στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο τουρκικές ακταιωροί πραγματοποιούν επικίνδυνους ελιγµούς «ακουμπώντας» και «εμβολίζοντας» ελληνικά πλοία στην περιοχή των Ιµίων. Τον Φεβρουάριο, τουρκικά πολεµικά πλοία παρεμποδίζουν προγραµµατισµένη γεώτρηση της ιταλικής ΕΝΙ στο οικόπεδο 3 της κυπριακής ΑΟΖ. Επιμένοντας προκλητικά, Τούρκοι προχωρούν τον Μάρτιο στη σύλληψη-καψώνι δύο Ελλήνων στρατιωτικών στον Εβρο, τους οποίους θα απελευθερώσουν στα µέσα Αυγούστου, ενώ τον Οκτώβριο, φροντίζουν να μας υπενθυμίσουν και εκείνη την απειλή πολέµου (casus belli), αξιοποιώντας ως αφορµή τα σενάρια περί τμηματικής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά µίλια. Παράλληλα, στέλνουν και το ερευνητικό «Barbaros» στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο, δοκιμάζοντας τις ελληνικές αν(τ)οχές.

Μέσα στο 2018 η Τουρκία πραγματοποιεί και μια δεύτερη στρατιωτική εισβολή στα εδάφη της Συρίας (στο πλαίσιο της επιχείρησης «Κλάδος Ελαίας» που ξεκίνησε τον Ιανουάριο βάζοντας στο στόχαστρο τους Κούρδους και το Αφρίν) αλλά και την πρώτη στα χρονικά δική της γεώτρηση στα νερά της Ανατολικής (τον Νοέμβριο στα ανοιχτά της Αττάλειας, με το πλωτό γεωτρύπανο «Fatih»). Την ίδια περίοδο, η τουρκική ηγεσία «επιστρατεύει» επικοινωνιακά και το δόγμα της καλούμενης «γαλάζιας πατρίδας» («mavi vatan»), ένα στρατηγικό «όραμα» που θέλει την Άγκυρα να αναβαθμίζει τις τουρκικές προβολές ισχύος σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Εύξεινο Πόντο.

Άνδρας κλαίει πάνω από θύμα της βομβιστικής επίθεσης της 10ης Οκτωβρίου 2015 στην Άγκυρα (copyright: AP photo)

Το 2018 ξεχωρίζει, όμως, και ως χρονιά διπλών εκλογών στην Τουρκία, προεδρικών αλλά και βουλευτικών. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατορθώνει να επανεκλεγεί στην προεδρία με ποσοστό 52,6% στη σκιά όμως σοβαρότατων καταγγελιών για νοθεία, ενώ παράλληλα το κόμμα του, το AKP, εξασφαλίζει και την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, με το ισλαμοεθνικιστικό μπλοκ των παρατάξεων AKP-MHP να αποκτά συνολικά 344 έδρες σε σύνολο 600 και ποσοστό 53,7%. Για την ιστορία, είναι η πρώτη φορά που ισλαμιστές (AKP) και εθνικιστές κατεβαίνουν μαζί σε βουλευτικές εκλογές στην Τουρκία, ως κοινό μπλοκ (το εν προκειμένω επονομαζόμενο «Cumhur İttifakı» ή «Συμμαχία του Λαού»).

Η δεινή κατάσταση στην οποία εισέρχεται ωστόσο η τουρκική οικονομία δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια στον Ερντογάν για πανηγυρισμούς. Η Ουάσιγκτον επιβάλλει κυρώσεις στην Τουρκία ζητώντας την απελευθέρωση του Αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον, ο οποίος τελικά όντως απελευθερώνεται τον Οκτώβριο του 2018, έπειτα από περίπου δύο χρόνια κράτησης. Και εκεί που όλοι νομίζουν ότι το καθεστώς Ερντογάν μπορεί να τα «ξαναβρεί» με τους Αμερικανούς, ο Τούρκος πρόεδρος εγείρει νέα αγκάθια επιμένοντας στην αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, μια αγορά την οποία Άγκυρα και Μόσχα είχαν συμφωνήσει ήδη από τα τέλη του 2017.

Κάπως έτσι, φτάνουμε στο 2019, με το αμερικανοτουρκικό μπρα-ντε-φερ να κορυφώνεται γύρω από την πώληση των ρωσικών S-400 που έχουν ήδη αρχίσει να παραδίδονται στην Τουρκία. Αντιδρώντας, οι Αμερικανοί ανακοινώνουν την έξωση της Άγκυρας από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των αμερικανικών μαχητικών F-35, με την τελική έκβαση του μπρα-ντε-φερ να παραμένει ωστόσο αβέβαιη λόγω και των παλινωδιών του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ που κανονικά θα έπρεπε να επιβάλει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας (στο πλαίσιο του νόμου για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων CAATSA) αλλά διστάζει.

20 Ιουνίου 2019 - Τούρκος αστυνομικός περιπολεί στο «Yavuz» - λιμάνι Dilovasi, έξω από την Κωνσταντινούπολη (copyright: AP photo)

Μέσα στο 2019, ωστόσο, ο Ερντογάν θα υποστεί και την πρώτη πραγματικά μεγάλη εκλογική ήττα της θητείας του, στις δημοτικές κάλπες της 31ης Μαρτίου, χάνοντας τον έλεγχο σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, μεταξύ αυτών και στην Άγκυρα αλλά και στην Κων/πολη για πρώτη φορά έπειτα από 25 χρόνια. Η επιλογή του, μάλιστα, να ακυρώσει το ομολογουμένως οριακό (με διαφορά μόλις 0,16%) αποτέλεσμα στην Κων/πολη και να οδηγήσει την Πόλη σε νέες επαναληπτικές εκλογές τον Ιούνιο, έμελλε να οδηγήσει σε πανωλεθρία, με τον Εκρέμ Ιμάμογλου του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) να αφήνει τελικώς σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες πίσω (με 54,21% έναντι 44,99%) τον Μπιναλί Γιλντιρίμ του κυβερνώντος ισλαμοσυντηρητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP).

Το 2019 βρίσκει όμως παράλληλα την Τουρκία να ανεβάζει κατακόρυφα τον πήχη των προκλήσεων και εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), πραγματοποιώντας για πρώτη φορά όχι μόνο σεισμογραφικές έρευνες αλλά και γεωτρήσεις σε περιοχές της Κύπρου, με τα πλοία «Fatih» στα ανοιχτά της Πάφου (ξεκινώντας από τις αρχές Μαΐου) και «Yavuz» στα ανατολικά της κατεχόμενης Καρπασίας (ξεκινώντας από τον Ιούλιο). Αντιδρώντας, οι Ευρωπαίοι ανακοινώνουν στα μέσα Ιουλίου σειρά κυρώσεων κατά της Τουρκίας (μείωση της προενταξιακής βοήθειας για το 2020, επανεξέταση των δανείων που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αναστολή των υψηλού επιπέδου επαφών ΕΕ-Τουρκίας κ.ά.), σειρά κυρώσεων που, κρίνοντας ωστόσο εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν αρκετές για να αναγκάσουν τους Τούρκους να κάνουν πίσω.

Εκρέμ Ιμάμογλου - Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, μετά την υποστήριξη του CHP στις τουρκικές δημοτικές εκλογές του 2019 (copyright: AP photo)
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ