Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΤΣΑΣ: ΠΡΙΓΚΗΨ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ, ΜΠΟΝ ΒΙΒΕΡ ΣΤΗ ΖΩΗ

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η πορεία στον κινηµατογράφο, οι ατάκες που έγραψαν ιστορία, οι χρυσές κωµωδίες και οι έρωτες που σηµάδεψαν τη ζωή του

Ενέργεια που γέµιζε την οθόνη, φωνή δυνατή και γέλιο πλατύ από την ψυχή: αυτή την εικόνα κρατάµε για πάντα από τον Κώστα Βουτσά. Ηταν ένας από τους τελευταίους σπουδαίους Ελληνες κωµικούς που πέρασαν από το σελιλόιντ αλλά και από το θέατρο και την τηλεόραση, ένα «ιερό τέρας» της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηµατογράφου και της Φίνος Φιλµς.

Ηρωας ή αντιήρωας, πρωταγωνιστής ή καρατερίστας, αγαθός νέος ή τεντιµπόης, ζεν πρεµιέ ή µικροαστός µεροκαµατιάρης, λαϊκός ή ροκάς, ξεκαρδιστικά αστείος ή µελαγχολικός, αεικίνητος γλεντζές ή υπαλληλάκος, τραγουδιστής ή ποδοσφαιριστής, γαµπρός ή µικροαπατεώνας, γόης ή αθεράπευτα ροµαντικός, έγινε πρότυπο κινηµατογραφικού ηθοποιού στο δύσκολο είδος της κωµωδίας και του µιούζικαλ, αποκτώντας µιµητές και επηρεάζοντας γενιές και γενιές θεατών και ηθοποιών. Οι σκηνές του Βουτσά διέπονταν από τον αυθορµητισµό του, τη σωµατικότητά του, την τάση του να σπέρνει µια ιδιότυπη, αφελή αναρχία στον τακτοποιηµένο αστισµό της µεταπολεµικής Ελλάδας.

Διαβάστε περισσότερα: Κηδεία Κώστα Βουτσά: Συγκλόνισαν οι επικήδειοι - Τι δήλωσαν γνωστοί ηθοποιοί

Ο θάνατός του στα 88 του χρόνια τα ξηµερώµατα της 26ης Φεβρουαρίου τον βρήκε να δουλεύει ακόµα αγόγγυστα ως πρωταγωνιστής στην παιδική παράσταση «Σταχτοπούτα» στο θέατρο Broadway. Τον βρήκε επίσης ακµαίο στην προσωπική του ζωή να απολαµβάνει τον τέταρτο γάµο του µε την κατά πολλά χρόνια µικρότερή του ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού. Οι δυο τους απέκτησαν το 2016 τον µικρό Φοίβο. Ο άνθρωπος Κώστας Βουτσάς και ο καλλιτέχνης έζησε µια γεµάτη ζωή. Η ζεστασιά και ο αυθορµητισµός του, ο έξω καρδιά χαρακτήρας του, το νεανικό προφίλ του, η δηλωµένη λατρεία του προς τις γυναίκες αλλά και ο έρωτας των γυναικών γι’ αυτόν, το φάλτσο τραγούδι του και οι σούπερ ατάκες του που έγραψαν ιστορία και υµνήθηκαν από τις παρέες περνούν στο διηνεκές ως σύµβολα της αειθαλούς γοητείας ενός αγαπηµένου ηθοποιού, σταρ και γόη.

Ο Κώστας Βουτσάς έγινε πρότυπο κινηµατογραφικού ηθοποιού στο δύσκολο είδος της κωµωδίας και του µιούζικαλ, αποκτώντας µιµητές και επηρεάζοντας γενιές και γενιές θεατών και ηθοποιών (Copyright: Eurokinissi)

Το Ντεμπούτο

Από την πρώτη του εµφάνιση στον κινηµατογράφο ως κοµπάρσος στην ταινία των Γιώργου Λαζαρίδη και Νίκου Τσιφόρου «Ο µπαµπάς εκπαιδεύεται», µέχρι την εµβληµατική του -συνδυασµός αλάνθαστου κωµικού τάιµινγκ και απαράµιλλης σκηνικής ενέργειας- τραγουδιστική ατάκα «Φσσστ, µπόινγκ!» στο «Κάτι να καίει» του Γιάννη ∆αλιανίδη το 1964, ο Βουτσάς είχε διανύσει ήδη σηµαντικά… χιλιόµετρα στην υποκριτική.

Το ντεµπούτο του στο κοινό έγινε στη θεατρική σκηνή της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια η τριβή ήρθε µε τους περιπλανώµενους θιάσους. Το θέατρο το αγάπησε, ενώ το σινεµά τον κέρδισε µε 70 ταινίες στη διάρκεια µιας πολυετούς καριέρας.

Παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, µε πατέρα εργοδηγό (το οικογενειακό όνοµα ήταν Σαββόπουλος, ενώ το Βουτσάς προέκυψε από τα «βουτσιά», όπως αποκαλούσαν οι ντόπιοι τα βαρέλια στα οποία εξειδικευόταν ο κατασκευαστής παππούς Βουτσάς), γεννήθηκε στην Αθήνα στις 31 ∆εκεµβρίου του 1931 και µεγάλωσε στον Βορρά της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη έζησε την Κατοχή, εκεί µοίραζε προκηρύξεις της ΕΠΟΝ στους κινηµατογράφους – η µόνη επαφή του µε το σινεµά σε νεαρή ηλικία.

Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή
Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή
Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή

Ως µαθητής στο σχολείο δοκίµασε τις δυνάµεις του στον αθλητισµό, βρέθηκε από τη µια στιγµή στην άλλη στην παράσταση µιας κατασκήνωσης και κάπου εκεί κόλλησε το... µικρόβιο της υποκριτικής. Ερωτευµένος µε τις γυναίκες από µικρός, σπούδασε στη ∆ραµατική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου και έκανε τις πρώτες του εµφανίσεις σε τοπικούς θιάσους, ενώ στα µπουλούκια «ψήθηκε» στη σκηνή. Η Αθήνα τον κέρδισε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’50, έπειτα από πρόταση της Καλής Καλό (η ηθοποιός Καλλιόπη ∆αµβέργη) που τον ήθελε κοντά της στο «Περοκέ». Εκεί τον εντόπισε ο Αλέκος Σακελλάριος και του έδωσε έναν µικρό ρόλο στην ταινία του «Η κυρά µας η µαµή» (1958), που αποτέλεσε το µαγικό διαβατήριο για την ένταξή του στη Φίνος Φιλµ.

Οι χρονιές 1961 και 1962 στάθηκαν ορόσηµα για τη µετέπειτα εξέλιξη της καριέρας του Βουτσά, καθώς εµφανίστηκε σε δύο ταινίες της Φίνος Φιλµ, την κωµωδία «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και στον «Σκληρό άνδρα» του Γιάννη ∆αλιανίδη, ο οποίος έναν χρόνο αργότερα του έδωσε τον πρώτο του χαρακτηριστικό ρόλο στον θρυλικό «Κατήφορο», µε πρωταγωνιστές τη Ζωή Λάσκαρη και τον Νίκο Κούρκουλο. Η ταινία έµελλε να σηµειώσει πολλά ρεκόρ για τον ελληνικό κινηµατογράφο: έγινε τεράστια επιτυχία της εποχής αποκτώντας περίοπτη θέση στο είδος των επίκαιρων δραµάτων κοινωνικού ρεαλισµού, ενώ καθιέρωσε όχι µόνο το πρωταγωνιστικό ζευγάρι αλλά και τον Κώστα Βουτσά, καθώς και τον µετέπειτα στενό φίλο του, Γιάννη ∆αλιανίδη, ως έναν από τους εµπορικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού κινηµατογράφου.

Ακολούθησαν οι χρυσές κωµωδίες και οι συµµετοχές του Βουτσά στα µιούζικαλ του ∆αλιανίδη που τον έχρισαν σούπερ σταρ, µε χιούµορ και µπριόζικες ερµηνείες που χαρακτήρισαν µια ολόκληρη εποχή (κοινωνικά και καλλιτεχνικά).

Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή
Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή
Κώστας Βουτσάς: Πρίγκηψ στο σινεμά, μπον βιβέρ στη ζωή

«Αψού, γείτσες!»

Τι να πρωτοθυµηθούµε; Πέρα από τις διαχρονικές ατάκες «Εχω και κότερο, πάµε µια βόλτα;», «Κααατίνα σααλαµάκι» ή το τρελιάρικο «Αψού, γείτσες!», ο Βουτσάς έφτιαξε ένα πλήρες σύµπαν ρόλων που εξέφραζαν τον µέσο Ελληνα: «Μερικοί το προτιµούν κρύο» (1962), «Ο φίλος µου ο Λευτεράκης» (1963), «Κάτι να καίει» (1964), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Κορίτσια για φίληµα» (1965), «Ξυπόλητος πρίγκηψ» (1966), «Γαµπρός από το Λονδίνο» (1967), «Οι θαλασσιές οι χάντρες» (1967), «Νύχτα γάµου» (1967), «Για ποιον χτυπά η κουδούνα» (1968), «Ο γόης» (1968), «Μια κυρία στα µπουζούκια» (1968), «Το ανθρωπάκι» (1969), «Ενας άφραγκος Ωνάσης» (1969), «Αγάπη µου παλιόγρια» (1972) κ.ά.

Με τους Αλέκο Τζανετάκο και Σωτήρη Τζεβελέκο είχε επίσης τα περιβόητα ντουέτα της καρπαζιάς, όπου οι σφαλιάρες έπεφταν βροχή δηµιουργώντας µια ξεχωριστή «σχολή» στην ελληνική κωµωδία. Και φυσικά επεδείκνυε χαρακτηριστικό αέρα και µαεστρία ως κινηµατογραφικός παρτενέρ στο πλευρό της Μάρθας Καραγιάννη, µε την οποία αποτέλεσε ένα από τα διασηµότερα ζευγάρια του ελληνικού σινεµά, της Νόρας Βαλσάµης, της Ξένιας Καλογεροπούλου, της Ρένας Βλαχοπούλου στη διάρκεια µιας πολυετούς καριέρας. Παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, µε πατέρα εργοδηγό (το οικογενειακό όνοµα ήταν Σαββόπουλος, ενώ το Βουτσάς προέκυψε από τα «βουτσιά», όπως αποκαλούσαν οι ντόπιοι τα βαρέλια στα οποία εξειδικευόταν ο κατασκευαστής παππούς Βουτσάς), γεννήθηκε στην Αθήνα στις 31 ∆εκεµβρίου του 1931 και µεγάλωσε στον Βορρά της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη έζησε την Κατοχή, εκεί µοίραζε προκηρύξεις της ΕΠΟΝ στους κινηµατογράφους – η µόνη επαφή του µε το σινεµά σε νεαρή ηλικία. Ως µαθητής στο σχολείο δοκίµασε τις δυνάµεις του στον αθλητισµό, βρέθηκε από τη µια στιγµή στην άλλη στην παράσταση µιας κατασκήνωσης και κάπου εκεί κόλλησε το... µικρόβιο της υποκριτικής.

Οι σκηνές του Βουτσά διέπονταν από τον αυθορµητισµό του, τη σωµατικότητά του, την τάση του να σπέρνει µια ιδιότυπη, αφελή αναρχία στον τακτοποιηµένο αστισµό της µεταπολεµικής Ελλάδας (Copyright: NDP)

Ερωτευµένος µε τις γυναίκες από µικρός, σπούδασε στη Δραµατική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου και έκανε τις πρώτες του εµφανίσεις σε τοπικούς θιάσους, ενώ στα µπουλούκια «ψήθηκε» στη σκηνή. Η Αθήνα τον κέρδισε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’50, έπειτα από πρόταση της Καλής Καλό (η ηθοποιός Καλλιόπη ∆αµβέργη) που τον ήθελε κοντά της στο «Περοκέ». Εκεί τον εντόπισε ο Αλέκος Σακελλάριος και του έδωσε έναν µικρό ρόλο στην ταινία του «Η κυρά µας η µαµή» (1958), που αποτέλεσε το µαγικό διαβατήριο για την ένταξή του στη Φίνος Φιλµ. Οι χρονιές 1961 και 1962 στάθηκαν ορόσηµα για τη µετέπειτα εξέλιξη της καριέρας του Βουτσά, καθώς εµφανίστηκε κ.ά. Στη δεκαετία του ’80 ο Κώστας Βουτσάς δεν απέφυγε τις βιντεοταινίες της περιόδου, ενώ έπαιξε κατά κόρον στο θέατρο και στην τηλεόραση (πρωτοεµφανίστηκε στο «Βαριετέ το 1973), σηµειώνοντας επιτυχίες όπως η σειρά «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια» (1985).

Στον νέο ελληνικό κινηµατογράφο έδειξε την ευαίσθητη, δραµατική πλευρά του, όταν συνεργάστηκε µε τον Βασίλη Βαφέα στην ταινία «Ο έρωτας του Οδυσσέα» (1984), που του χάρισε Ειδικό Βραβείο Ερµηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς και σε τρεις ακόµη ταινίες, την «Κόκκινη Μαργαρίτα» (1990), το «Κάθε Σάββατο» (1999) και τις «Γυναικείες Συνωµοσίες» (2007).

Βρέθηκε, επίσης, να παίζει σε αρκετές ταινίες του ελληνικού σινεµά στην πρώτη δεκαετία του 2000, όπως ήταν η κωµωδία «Bank bang» (2008) του Αργύρη Παπαδηµητρόπουλου, τα εµπορικά σουξέ «Νήσος» (2009) του Χρήστου ∆ήµα και «Νήσος 2» (2011) του Αντώνη Αγγελόπουλου, αλλά και το γκανγκστερικό «Ο γιος του Τσάρλι» (2008) του Κάρολου Ζωναρά. Μεταξύ άλλων έκανε ένα αξιοµνηµόνευτο ντουέτο µε τον Περικλή Χούρσογλου στο οικογενειακό δράµα του τελευταίου «Ο διαχειριστής» (2009), όπου υποδύθηκε τον ηλικιωµένο πατέρα του. Η τελευταία ταινία του ήταν το απρόβλητο στις αίθουσες «Μαγικό δέρµα» (2018) του πρωτοεµφανιζόµενου Κωνσταντίνου Σαµαρά.

Ο Κώστας Βουτσάς και η Μάρθα Καραγιάννη υπήρξαν συνάδελφοι και φίλοι με κοινή πορεία στον κινηματογράφο και το θέατρο (Copyright: NDP)

«Δύο πράγµατα αγάπησα, τις γυναίκες και το θέατρο»

Στην προσωπική του ζωή ο Κώστας Βουτσάς λάτρεψε το γυναικείο φύλο ως σαρωτικός µπον βιβέρ παντός εποχής. Είχε πάντοτε δίπλα του υπέροχες γυναίκες ως εραστής και φίλος και απέκτησε τέσσερα παιδιά, κάνοντας το τελευταίο στα 85 του.

«Στη ζωή µου δύο πράγµατα αγάπησα, τις γυναίκες και το θέατρο» έλεγε χαρακτηριστικά και παραδεχόταν την αδυναµία του να µείνει πιστός. Ως σταρ που έφτιαξε το όνοµά του στο απόγειο του παλιού ελληνικού κινηµατογράφου είχε τροµερή απήχηση. Προκαλούσε µέχρι και έξαλλες αντιδράσεις, περίπου όπως γινόταν και στις εµφανίσεις άλλων αστέρων, όπως ο Αλέκος Αλεξανδράκης και ο Ανδρέας Μπάρκουλης.

Ο Βουτσάς γινόταν αντικείµενο θαυµασµού, είχε κατακτήσεις, δεσµούς, γάµους και φιλίες µε γυναίκες της καλλιτεχνικής πιάτσας που έγραψαν ιστορία. Ηταν ζευγάρι µε την ηθοποιό Στέλλα Στρατηγού όταν έκανε παράλληλο δεσµό µε τη Σπεράντζα Βρανά, την οποία γνώρισε το 1959 στο θέατρο «Ακροπόλ». Η σχέση τους υπήρξε τρικυµιώδης, µε τη Βρανά να αποκαλύπτει όλες τις πιπεράτες λεπτοµέρειες αργότερα στην αυτοβιογραφία της. 

Ο δεσµός τους έκανε πάταγο στα θεατρικά παρασκήνια της εποχής, έφτασε µέχρι και τον αρραβώνα την άνοιξη του ’61 και παρ’ ολίγον στον γάµο, αλλά διαλύθηκε έπειτα από τεσσεράµισι θυελλώδη χρόνια.

Το 1965, ο Κώστας Βουτσάς παντρεύτηκε την Έρρικα Μπρόγιερ και μαζί απέκτησαν μία κόρη, τη Σάντρα (Copyright: NDP)

Τρεις Κόρες

Λίγο αργότερα, ο Κώστας Βουτσάς παντρεύτηκε την ηθοποιό και χορεύτρια Ερρικα Μπρόγιερ, µε την οποία απέκτησε την κόρη του Σάντρα, το 1972. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στην πρεµιέρα της ταινίας «Τα 201 καναρίνια» και το ειδύλλιο γεννήθηκε αµέσως µετά, καθώς δούλευαν σε αντικριστά θέατρα – εκείνη στο «Βέµπο» και εκείνος στου «Σαµαρτζή». Ο γάµος τους δεν κράτησε πολύ εξαιτίας της αδυναµίας εκείνου να µείνει πιστός σε µια γυναίκα – η αιτία που διέλυσε και τον δεύτερο γάµο του µε τη Θεανώ Παπασπύρου (της γνωστής αθηναϊκής οικογένειας µε παράδοση στη ζαχαροπλαστική), µε την οποία απέκτησε τις κόρες του Θεοδώρα (1977) και Νικολέττα (1979) – η πρώτη ακολουθεί τα βήµατα του πατέρα της στην ηθοποιία.

Ηθοποιός είναι και ο θετός γιος του, Ανθιµος Ανανιάδης, από προηγούµενο γάµο της τρίτης συζύγου του, Εύης Καραγιάννη. Τον Φεβρουάριο του 2016 ο Κώστας Βουτσάς παντρεύτηκε την κατά αρκετές δεκαετίες νεότερή του ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού, την τέταρτη σύζυγό του και τελευταίο έρωτα της ζωής του, µε την οποία απέκτησε τον γιο του Φοίβο.

Αθεράπευτος εραστής του ωραίου φύλου αλλά και επιστήθιος φίλος, υπήρξε αµίµητο κινηµατογραφικό ζευγάρι µε τη συµπρωταγωνίστριά του Μάρθα Καραγιάννη, µε την οποία συνδέθηκε µε µοναδική χηµεία στην οθόνη και βαθιά φιλία στην πραγµατική ζωή. Σχέση ζωής κατάφερε επίσης να διατηρήσει µε την πρώτη του σύζυγο, Ερρικα Μπρόγιερ, που «έφυγε» πρώτη τον περασµένο Ιανουάριο, αλλά και τη Θεανώ Παπασπύρου.

Το γνήσιο ταµπεραµέντο του θα λείψει από εδώ και στο εξής, το ίδιο και το ταλέντο του που φώτισε παράλληλες διαδροµές στο σινεµά και στη θεατρική σκηνή χωρίς διάλειµµα πάνω από έξι δεκαετίες.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ